Μελέτες

Το σύστημα επίλυσης διαφορών σύμφωνα με τη σύμβαση Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.

on Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2021. Posted in Μελέτες, Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Tης Αικατερίνας Γενετζάκη Απόφοιτη Διεθνών Σχέσεων & Οργανισμών του τμήματος μεσογειακών σπουδών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πρόγραμμα Διακυβέρνηση, Ανάπτυξη & Ασφάλεια στη Μεσόγειο του ιδίου πανεπιστημίου.

 

Το σύστημα επίλυσης διαφορών σύμφωνα με τη σύμβαση Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.

 

 

 

  της Αικατερίνας Γενετζάκη

Απόφοιτη Διεθνών Σχέσεων & Οργανισμών

του τμήματος μεσογειακών σπουδών

και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πρόγραμμα

Διακυβέρνηση, Ανάπτυξη & Ασφάλεια στη Μεσόγειο

του ιδίου πανεπιστημίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-2021-

Πίνακας περιεχομένων

Εισαγωγή........................................................................................................................ 3

Δικαιοδοτικές διαδικασίες............................................................................................. 4

Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου Θάλασσας................................................................... 4

Διεθνές Δικαστήριο Χάγης........................................................................................ 4

Διαιτησία................................................................................................................... 5

Ειδική διαιτησία........................................................................................................ 5

Γενικοί κανόνες......................................................................................................... 5

Πότε είναι υποχρεωτική και πότε προαιρετική η προσφυγή στο δικαστήριο........... 6

Διαδικασίες μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα..................................................................... 7

Συνδιαλλαγή.............................................................................................................. 7

Υποχρεωτική συνδιαλλαγή....................................................................................... 7

Αναφορά στη Μεσόγειο................................................................................................. 8

Συμπεράσματα............................................................................................................. 10

Βιβλιογραφία................................................................................................................ 11

 

Εισαγωγή

  Οι διεθνείς διαφορές μεταξύ των κρατών, είτε είναι νομικές, είτε πολιτικές, δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την ειρήνη και την ασφάλεια του διεθνούς συστήματος. Ο πόλεμος, ως μέσο επίλυσης διαφορών, δεν επιτρέπεται από τον καταστατικό χάρτη Ηνωμένων Εθνών. Στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του καταστατικού χάρτη ΗΕ αναφέρεται ότι τα μέλη θα ρυθμίζουν τις διαφορές τους με ειρηνικά μέσα, όπως επίσης και στο άρθρο 33 προβάλλονται οι διαδικασίες που μπορούν να ακολουθήσουν τα κράτη για την επίλυση διαφορών. Τα μέσα που αναφέρονται είναι τα ακόλουθα: α) Διαπραγμάτευση, β) Έρευνα, γ) Μεσολάβηση, δ) Συνδιαλλαγή, ε) Διαιτησία, στ) Δικαστικός διακανονισμός και ζ) προσφυγή σε τοπικούς οργανισμούς ή συμφωνίες καθώς και η) άλλα μέσα της επιλογής τους. Στις διεθνείς σχέσεις τα κράτη είναι κυρίαρχα και αποτελούν πρωτογενή υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει συγκατάθεση όλων των μερών, που βρίσκονται σε μια διαφορά, ώστε να καταστεί δυνατή η επίλυση με τις διαδικασίες του άρθρου 33 του χάρτη ΗΕ.

  Η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας που υπεγράφη το 1982, στο Montego Bay, στη Τζαμάικα ρυθμίζει κανόνες σχετικά με το δίκαιο της θάλασσας. Εξαιτίας της οικουμενικής κωδικοποιητικής συνθήκης, η οποία δημιουργεί ένα εύρος πολλών θεμάτων που καλούνται να επιλυθούν, γίνεται διαχωρισμός σε δύο βασικές κατηγορίες: α) Διαφορές που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες (γενικού χαρακτήρα) και β) διαφορές ως προς τη λειτουργία του διεθνούς βυθού (Περιοχής). Ως εκ τούτου η Unclos ρυθμίζει ειδικούς μηχανισμούς για την επίλυση των διαφορών στη θάλασσα, επαναλαμβάνοντας στο άρθρο 279, του μέρους XV, τις διατάξεις περί υποχρεώσεως επίλυσης διαφορών με ειρηνικά μέσα όπως ορίζονται στο άρθρο 33 του καταστατικού χάρτη ΗΕ. Ωστόσο προσθέτει κάτι το καινοφανές, την ύπαρξη του υποχρεωτικού δικαιοδοτικού διακανονισμού και το γεγονός ότι τα μέρη θα προαποφασίζουν τους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς. Στη παρούσα εργασία θα αναλύσουμε το σύστημα επίλυσης διαφορών, σύμφωνα με τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, που αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες. Για την εκπόνηση έχουν χρησιμοποιηθεί πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές.

 

 

Δικαιοδοτικές διαδικασίες

Η σύμβαση προσπαθεί να ρυθμίσει όσο το δυνατόν περισσότερα ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της θάλασσας. Επιπλέον προβλέπει δικαιοδοτικούς μηχανισμούς και κανόνες ώστε να μην αφήσει σε εκκρεμότητα τις διαφορές που μπορεί να προκύψουν μεταξύ κρατών. Σύμφωνα με την Unclos οι διαφορές έχουν υποχρεωτικό δικαιοδοτικό διακανονισμό[1] δηλαδή μπορούν να επιλύονται με μονομερή προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 286. Επιπλέον η επιλογή δικαιοδοτικού μηχανισμού, πραγματοποιείται κατά την υπογραφή, την επικύρωση ή την προσχώρηση στη σύμβαση, που εκφράζει τη βούληση συγκεκριμένου μέσου επίλυσης[2], όπως προβλέπει το άρθρο 287. Τα χαρακτηριστικά αυτά της σύμβασης υποδεικνύουν, εκ των πραγμάτων, τη σπουδαιότητα στα προβλήματα διευθέτησης διαφορών καθώς και την ανάγκη ύπαρξης μηχανισμού ειρηνικής επίλυσής[3]. Συνεπώς εάν τα κράτη μέρη, ύστερα από ανταλλαγή απόψεων, όπως προβλέπει το άρθρο 283 της σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας, δεν καταλήξουν σε επίλυση μιας διαφοράς έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν οποιοδήποτε μέσο μη δικαιοδοτικό ή την προσφυγή σε κάποιο από τα προβλεπόμενα δικαιοδοτικά μέσα επίλυσης διαφορών. Τα δικαιοδοτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 287 είναι τα εξής: α) Το Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου της Θάλασσας β) Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης γ) Το Διαιτητικό Δικαστήριο και δ)Το Ειδικό Διαιτητικό Δικαστήριο.

Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου Θάλασσας

Το καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαίου της Θάλασσας βρίσκεται στο παράρτημα VI της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας. Η έδρα του δικαστηρίου είναι το Αμβούργο της Γερμανίας και αποτελείται από 21 μέλη διαφορετικής υπηκοότητας με δίκαιη γεωγραφική κατανομή. Σε αυτή τη δικαιοδοτική διαδικασία έχουν πρόσβαση όλα τα κράτη μέρη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση. Η διαφορά υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε με γνωστοποίηση ειδικής συμφωνίας, είτε με γραπτή αίτηση προς τον γραμματέα. Στη συνέχεια τελείται η ακρόαση για να καταλήξει στη λήψη των αποφάσεων με πλειοψηφία. Η παράλειψη εμφάνισης στο δικαστήριο δεν αποτελεί κώλυμα στη διαδικασία ούτε στην απόφαση. Επίσης στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου της Θάλασσας έχει συσταθεί ένα αυτόνομο τμήμα διευθέτησης διαφορών που αποτελείται από 11 μέλη, το οποίο όμως επιλύει θέματα της Περιοχής δηλαδή του διεθνούς βυθού.

Διεθνές Δικαστήριο Χάγης

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αναλύεται στο παράρτημα του καταστατικού χάρτη των ΗΕ. Το δικαστήριο αποτελείται απο 15 μέλη διαφορετικής εθνικότητας. Η έδρα του Δικαστηρίου βρίσκεται στη Χάγη και μόνο τα κράτη που έχουν αποδεχτεί τον καταστατικό χάρτη ΗΕ μπορούν να κάνουν προσφυγή. Οι υποθέσεις έρχονται στο δικαστήριο είτε με κοινοποίηση του συνυποσχετικού είτε με γραπτή αίτηση που απευθύνεται στο Γραμματέα. Τέλος το δικαστήριο έχει και γνωμοδοτικό χαρακτήρα.

Διαιτησία

Η διαιτησία έχει κοινά χαρακτηριστικά με τα ανωτέρω δικαστικά συστήματα, όμως δεν πρόκειται για όργανο που προϋπάρχει. Τα διάδικα μέρη που έχουν επιλέξει τη συγκεκριμένη διαδικασία οργανώνουν το διαιτητικό δικαστήριο όπως προβλέπει η Σύμβαση στο παράρτημα VII. Η διαφορά υποβάλλεται στη διαιτητική διαδικασία με γραπτή ειδοποίηση του διαδίκου, ο οποίος ορίζει έναν διαιτητή. Μετά τη λήψη της ειδοποίησης, ο αντίδικος εκλέγει μέσα σε 30 μέρες, και εκείνος, έναν διαιτητή, ενώ τα άλλα τρία μέλη ορίζονται με κοινή συμφωνία των αντιδίκων. Οι αποφάσεις προκύπτουν με πλειοψηφία των πέντε μελών που συγκροτούν το διαιτητικό δικαστήριο. Σε περίπτωση που τα κράτη δεν έχουν καταφέρει να ορίσουν από κοινού τα τρία μέρη, τότε ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαίου της Θάλασσας αναλαμβάνει να ορίσει τους διαιτητές από ένα κατάλογο διαιτητών.

Ειδική διαιτησία

Η Ειδική διαιτησία βρίσκεται στο παράρτημα VIII της Σύμβασης και είναι αρμόδια για θέματα σχετικά με την αλιεία, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα και τη ναυσιπλοΐα[4]. Τα αντίδικα μέρη που υπάγονται σε αυτόν το δικαιοδοτικό μηχανισμό αναλαμβάνουν τη σύσταση της πενταμελούς επιτροπής για τη συγκρότηση του ειδικού διαιτητικού δικαστηρίου. Ο διάδικος ειδοποιεί με έκθεση το αντίδικο μέρος επισυνάπτοντας τις σχετικές αξιώσεις του. Κάθε μέρος διορίζει δύο εμπειρογνώμονες της δικής του βούλησης ενώ ο πέμπτος ορίζεται με κοινή συμφωνία. Στην Ειδική Διαιτησία μπορεί να γίνει διεξαγωγή έρευνας για την διαπίστωση των γεγονότων. Σε περίπτωση που τα μέρη δεν συμφωνήσουν, στον από κοινού καθορισμό του πέμπτου διαιτητή ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαίου της Θάλασσας αναλαμβάνει να ορίσει τον διαιτητή.

Γενικοί κανόνες

Οι ανωτέρω μηχανισμοί επίλυσης διαφορών καλούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις της Σύμβασης καθώς και άλλους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που δεν συγκρούονται με την παρούσα Σύμβαση[5]. Επιπλέον υπάρχουν κάποιες γενικές ρυθμίσεις της Unclos σχετικά με τα δικαιοδοτικά μέσα.

  • Προσωρινά  μέτρα:

Σύμφωνα με το άρθρο 290, κατά τη διάρκεια μιας εκκρεμοδικίας το εκάστοτε δικαιοδοτικό μέσο, που είναι αρμόδιο, έχει τη δυνατότητα να διατάξει προσωρινά μέτρα, για την αποφυγή ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος και τη διατήρηση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Σε αυτά τα προσωρινά μέτρα πρέπει να συμμορφωθούν τα μέρη άμεσα.

  • Εμπειρογνώμονες:

Σύμφωνα με το άρθρο 289, υπάρχει δυνατότητα να κληθούν να συμμετάσχουν στο δικαστήριο εμπειρογνώμονες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, όταν πρόκειται για επιστημονικά ή τεχνικά θέματα. Τα άτομα μπορούν να εκλεγούν από τον κατάλογο του παραρτήματος VIII.

  •  Υπαγωγή των διαφορών σε δικαιοδοτικά μέσα:

Σύμφωνα με το άρθρο 287, σε περίπτωση που ένα κράτος μέρος της σύμβασης δεν έχει δηλώσει κάποιο δικαιοδοτικό μηχανισμό ή τα κράτη μιας διαφοράς έχουν επιλέξει διαφορετικά δικαιοδοτικά όργανα τότε η διαφορά υπάγεται, αυτομάτως στη Διαιτησία. Όπως προκύπτει για να υπαχθεί μια διαφορά στους υπόλοιπους τρεις δικαιοδοτικούς μηχανισμούς πρέπει να έχει προκύψει είτε κοινή δήλωση μηχανισμού από τα μέρη της Συμβάσεως, είτε να έχουν συνάψει ειδική συμφωνία επιλογής δικαιοδοτικού μέσου.

  • Τελεσιδικία στις αποφάσεις:

Σύμφωνα με το άρθρο 296, οι αποφάσεις που εκδίδουν τα ανωτέρω δικαιοδοτικά μέσα της Σύμβασης είναι δεσμευτικές και δεν εφεσιβάλλονται.

  • Ερημοδικία:

 Εάν το διάδικο κράτος δεν παρουσιαστεί στην εκδίκαση της υποθέσεως τότε ερημοδικεί, πράγμα που δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα και την ομαλή λειτουργία της δίκης.

 

 

Πότε είναι υποχρεωτική και πότε προαιρετική η προσφυγή στο δικαστήριο

Ο δικαιοδοτικός διακανονισμός, που εξετάζει θέματα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Unclos, σύμφωνα με το άρθρο 286 είναι υποχρεωτικός. Εξαιτίας όμως των εξαιρέσεων που υπάρχουν στο τμήμα 3 της Σύμβασης, θα χωρίσουμε, για λόγους διευκόλυνσης, την ανάλυση του  δικαιοδοτικού διακανονισμού σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες: α) Τον υποχρεωτικό και β) Τον προαιρετικό.

 Στον υποχρεωτικό διακανονισμό υπάγονται οι ακόλουθες αντιδικίες:

1) όταν το παράκτιο κράτος παραβιάζει ελευθερίες και δικαιώματα ναυσιπλοΐας, υπέρπτησης ή τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών, δηλαδή νόμιμες χρήσεις της θάλασσας κατά τη Σύμβαση.

2) όταν η άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων από ένα κράτος παραβιάζει τη Σύμβαση και τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους.

3) όταν το παράκτιο κράτος παραβιάζει διεθνείς κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι ανωτέρω αντιδικίες συνιστούν υποχρεωτικό διακανονισμό δηλαδή έχει τη δυνατότητα οποιοδήποτε από τα αντιμαχόμενα μέρη να κάνει μονομερή προσφυγή στο δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς, εάν βέβαια πρόκειται για μέρη της Σύμβασης.

Διαφορές που εξαιρούνται από τον υποχρεωτικό διακανονισμό (προαιρετική επίλυση)

Οι ακόλουθες διαφορές μπορούν να επιλυθούν με δικαιοδοτικό μηχανισμό, μόνο εάν συναινέσουν όλα τα μέρη  της διαφοράς να κάνουν προσφυγή. Οι διαφορές που αίρουν τον χαρακτήρα της υποχρεωτικής προσφυγής αφορούν:

 1)Την άσκηση δικαιώματος διεξαγωγής ή παύσης επιστημονικής έρευνας στην Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την υφαλοκρηπίδα.

 2) ή διαφορές σχετικά με την αλιεία, εντός των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους.

Επιπλέον τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν, εάν το επιθυμούν, να εξαιρέσουν από τον δικαιοδοτικό διακανονισμό, με γραπτή δήλωση, όποια ή όποιες από τις ακόλουθες διαφορές επιθυμούν:

α) Διαφορές σχετικά με την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ή διαφορές σχετικά με ιστορικούς κόλπους ή τίτλους.

β) Διαφορές που αφορούν στρατιωτικές δραστηριότητες

γ) Διαφορές που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθών[6].

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο που του υποβάλλεται η αίτηση, μπορεί να προχωρεί σε προδικασία, για να διαπιστωθεί εάν η προσφυγή είναι βάσιμη[7]

 

Διαδικασίες μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα

Οι διαδικασίες μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα μπορούν να αποτελέσουν επίσης μέσο ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Η Unclos στο άρθρο 280 επισημαίνει οτι τα κράτη μπορούν να επιλέξουν οποιοδήποτε μέσο επιθυμούν. Τα μέσα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 33 του χάρτη ΗΕ μπορεί να είναι η Διαπραγμάτευση, η Έρευνα, η Μεσολάβηση, η Συνδιαλλαγή, η προσφυγή σε τοπικούς οργανισμούς, οι συμφωνίες καθώς και άλλα μέσα που θα αποφασίσουν μεταξύ τους. Η Σύμβαση του Montego Bay έχει εντάξει στις διατάξεις της, τη Συνδιαλλαγή ως μέσο επίλυση διαφορών.

Συνδιαλλαγή

Η Συνδιαλλαγή όπως είδαμε βρίσκεται στο άρθρο 284 της Unclos. Πρόκειται για έναν μη δικαιοδοτικό μηχανισμό, τον οποίο μπορούν να επιλέξουν τα αντιμαχόμενα μέρη, ώστε να βρουν λύση στη διαφορά τους. Τη σύσταση της πενταμελούς επιτροπής την πραγματοποιούν τα μέρη της διαφοράς[8], όπως προβλέπει η διαδικασία στο παράρτημα V της συμβάσεως, τα οποία και εκλέγουν από δύο συνδιαλλάκτες[9]. Του λοιπού οι τέσσερεις, συνολικά, επιλεχθέντες ορίζουν τον πέμπτο συνδιαλλακτή ώστε να ολοκληρωθεί η επιτροπή. Η συγκροτηθείσα επιτροπή ύστερα από την ακρόαση των μερών συντάσσει την έκθεση, εντός 12 μηνών, στην οποία αναφέρει εάν έχει επιτευχθεί συμφωνία κατά την διάρκεια της συνδιαλλαγής και ποια είναι τα συμπεράσματά της και οι συστάσεις για την επίτευξη του φιλικού διακανονισμού. Η έκθεση της επιτροπής δεν είναι σε καμία περίπτωση δεσμευτική.

 

Υποχρεωτική συνδιαλλαγή

Η διαδικασία σύστασης της επιτροπής της υποχρεωτικής συνδιαλλαγής είναι ίδια με τη συνδιαλλαγή, όμως στην παρούσα κατηγορία υπάγονται διαφορές που έχουν εξαιρεθεί απο τον υποχρεωτικό διακανονισμό, δηλαδή ως προς:

 α) Την άσκηση δικαιώματος διεξαγωγής ή άρσης επιστημονικής έρευνας εντός κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και

 β) θέματα αλιείας, όπως παράλειψη μέτρων για την συντήρηση ζωντανών πόρων στην ΑΟΖ του ή άρνηση καθορισμού επιτρεπόμενου αλιεύματος ύστερα από αίτηση άλλου κράτους.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 298, όταν ένα κράτος έχει επιλέξει την προαιρετική εξαίρεση από την εφαρμογή της δικαιοδοτικής διαδικασίας, σε θέματα που αφορούν θαλάσσιες οριοθετήσεις ή ιστορικούς κόλπους ή τίτλους, εάν όταν δεν έχει επιλυθεί με διαπραγματεύσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα τότε υποβάλλεται σε υποχρεωτική συνδιαλλαγή. Άρα διαφορές που εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορούν να υποβληθούν από οποιοδήποτε μέρος της διαφοράς σε υποχρεωτική συνδιαλλαγή ειδοποιώντας το αντίδικο κράτος να υπαχθεί στη διαδικασία. Σε περίπτωση που το άλλο μέρος δεν απαντήσει στη ειδοποίηση η έναρξη της συνδιαλλαγής γίνεται κανονικά χωρίς να επηρεάζεται. Ωστόσο η υποχρέωση έγκειται ως προς την προσφυγή σε αυτήν την μέθοδο και όχι ως προς την δεσμευτικότητα των αποφάσεων.

 

Αναφορά στη Μεσόγειο

Τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας έχουν επικυρώσει ή προσχωρήσει συνολικά 168 κράτη. Τα κράτη αυτά δύνανται, κατά την επικύρωση ή και μεταγενέστερα, να δηλώσουν, σύμφωνα με το άρθρο 287, σε ποιους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς θα υπαχθούν οι διαφορές τους για την υποχρεωτική επίλυσή τους. Επιπλέον μπορούν,εάν το επιθυμούν, σύμφωνα με το άρθρο 298, να εξαιρέσουν από τον υποχρεωτικό δικαιοδοτικό διακανονισμό τις ακόλουθες κατηγορίες διαφορών:

α) Διαφορές σχετικά με την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ή διαφορές σχετικά με ιστορικούς κόλπους ή τίτλους.

β) Διαφορές που αφορούν στρατιωτικές δραστηριότητες.

γ) Διαφορές που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθών.

Εστιάζοντας στα κράτη της μεσογείου και σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα, που έχει δημιουργηθεί για να παραθέσουμε τις πράξεις κρατών, παρατηρούμε ότι η Τουρκία, η Συρία, το Ισραήλ και η Λιβύη δεν έχουν επικυρώσει τη σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιπλέον τα κράτη που έχουν ορίσει δικαιοδοτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών είναι η Αίγυπτος, η Αλγερία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Τυνησία πράγμα που σημαίνει ότι όλα τα υπόλοιπα κράτη που δεν έχουν δηλώσει δικαιοδοτική διαδικασία υπάγονται αυτομάτως στη Διαιτησία, εκτός και αν έχουν δηλώσει, εγγράφως, ότι διατηρούν επιφυλάξεις από τις υποχρεωτικές διαδικασίες του άρθρου 287 (όπως δήλωσε το Μαρόκο και η Μάλτα). Μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι όλα τα κράτη έχουν εξαιρέσει από την υποχρεωτική δικαιοδοσία διαφορές που σχετίζονται με την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Γίνεται κατανοητό ότι όλα τα κράτη της μεσογείου αντιμετωπίζουν τροχοπέδη στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, εξαιτίας της εγγύτητας των κρατών που οφείλεται στη στενή θάλασσα της μεσογείου, πράγμα που σημαίνει ότι τα κράτη δεν δύνανται να επεκτείνουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα μέχρι 200ν.μ. όπως προβλέπει η Σύμβαση, επειδή τα κυριαρχικά δικαιώματα επικαλύπτονται μεταξύ των παρακείμενων και των αντικείμενων κρατών. Εφόσον η διαφορά αυτή έχει εξαιρεθεί από τον υποχρεωτικό δικαιοδοτικό μηχανισμό από όλα τα κράτη της μεσογείου, τότε για να είναι εφικτή η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, στα πρότυπα του διεθνούς δικαίου, θα πρέπει τα εμπλεκόμενα κράτη να προβούν σε διαπραγματεύσεις που θα καταλήξουν είτε σε συμφωνία οριοθέτησης, είτε σε συμφωνία για την υπαγωγή σε κάποιον δικαιοδοτικό μηχανισμό. Τέλος για τις υπόλοιπες διαφορές που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό δικαιοδοτικό χαρακτήρα τα κράτη της μεσογείου ακολουθούν τους κανόνες της συμβάσεως και μπορούν να τις επιλύουν με μονομερή προσφυγή.

Ο πίνακας που ακολουθεί απεικονίζει την ημερομηνία επικύρωσης ή προσχώρησης των κρατών της μεσογείου στη Σύμβαση και τις δηλώσεις που έχουν κάνει σύμφωνα με τα άρθρα 287 και 298.

Κράτη της Μεσογείου

επικύρωση/προσχώρηση στη Σύμβαση του 1982

Επιλογή δικαιοδοτικού μηχανισμού (άρθρο 287 παρ. 1)

Επιλογή προαιρετικής εξαίρεσης διαφορών (του άρθρου 298)

Λοιπές δηλώσεις κρατών

Αίγυπτος

26/8/1983

-Διαιτητικό δικαστήριο

(Αποκλείει το ΔΔ από τις διαφορές του άρθρου 297)

(α), (β), (γ) (1)

(1): Με μεταγενέστερη δήλωση στις 16/2/2017 εξαιρεί όλες τις κατηγορίες του άρθρου  298.

Αλγερία

11/6/1996

-Διεθνές Δικαστήριο Θάλασσας (2)

 

Για να επιλυθεί η διαφορά απαιτεί συμφωνία μερών. Δεν αποδέχεται διαδικασίες 287.1

(α), (β), (γ) (3)

(2),(3): Με μεταγενέστερη δήλωση στις 22/5/2018 εξαιρεί όλες τις κατηγορίες του άρθρου 298 και επιλέγει δικαιοδοτικό μηχανισμό σύμφωνα με το άρθρο 287. 

Αλβανία

23/6/2003

(προσχώρηση)

Δεν έχει δηλώσει μηχανισμό

-

 

Γαλλία

11/4/1996

-

(α), (β), (γ)

 

Ελλάδα

21/7/1995

-Διεθνές Δικαστήριο Θάλασσας

(α), (β), (γ) (4)

(4) Με μεταγενέστερη δήλωση στις 16/1/2015 εξαιρεί όλες τις κατηγορίες διαφορών του άρθρου 289 από την υποχρεωτική διαδικασία επίλυσης διαφορών

Ισραήλ

Δεν έχει επικυρώσει

Ιταλία

13/1/1995

-Διεθνές Δικαστήριο Θάλασσας (5) &

-Δικαστήριο Χάγης(6)

(α)

(5),(6): Με μεταγενέστερη δήλωση στις 26/2/1997 επιλέγει δύο δικαιοδοτικούς μηχανισμούς του άρθρου 287.

Ισπανία

15/1/1997

-Διεθνές Δικαστήριο Θάλασσας &

-Δικαστήριο Χάγης(7)

(α)(8)

(7)(8): Με μεταγενέστερη δήλωση στις 19/7/2002 επιλέγει δικαιοδοτικούς μηχανισμούς και εξαιρεί την 1η κατηγορία του άρθρου 298.

Τυνησία

24/4/1985

1η επιλογή: Διεθνές Δικαστήριο(9) Θάλασσας

2η επιλογή: Διαιτητικό δικαστήριο(10)

(α), (β), (γ)

(9),(10): Με μεταγενέστερη δήλωση στις 22/5/2001 επιλέγει δικαιοδοτικούς μηχανισμούς του άρθρου 287.

Μαρόκο

31/5/2007

Δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από τις δηλώσεις άλλων κρατών

Μάλτα

20/5/1993

Δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από τις δηλώσεις άλλων κρατών

Κύπρος

12/12/1988

Δεν έχει δηλώσει μηχανισμό

 

 

Τουρκία

Δεν έχει επικυρώσει

Λίβανος

5/1/1995

Δεν έχει δηλώσει μηχανισμό

 

 

Συρία

Δεν έχει επικυρώσει

Λιβύη

Δεν έχει επικυρώσει

Κράτος της Παλαιστίνης

2/2/2015

Δεν έχει δηλώσει μηχανισμό

 

 

 

 

Συμπεράσματα

Εξετάζοντας το σύστημα ειρηνικής επίλυσης διαφορών σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της σύμβασης δικαίου της θάλασσας, παρατηρήθηκε ένα διευρυμένο σύστημα διαδικασιών για τα μέρη της Σύμβασης. Η Σύμβαση περιέχει διαδικασίες επίλυσης διαφορών δικαιοδοτικού και μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Τα κράτη μέρη προεπιλέγουν τους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς στους οποίους μπορούν να υπαχθούν οι διαφορές τους, ακόμα και με μονομερή προσφυγή, όταν πρόκειται για διαφορές που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό δικαιοδοτικό διακανονισμό. Παρόλα αυτά υπάρχουν και εξαιρέσεις από τον υποχρεωτικό δικαιοδοτικό διακανονισμό, οι οποίες, εάν καθυστερήσουν να επιλυθούν, μπορούν να υπαχθούν στην υποχρεωτική συνδιαλλαγή, μονομερώς. Όμως οι αποφάσεις της υποχρεωτικής συνδιαλλαγής δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Μόνο οι αποφάσεις των δικαιοδοτικών μερών είναι δεσμευτικές και η μη συμμόρφωση των διαδίκων, δημιουργεί τη διεθνή ευθύνη, σύμφωνα με τον χάρτη Ηνωμένων Εθνών και τη σύμβαση Δικαίου της Θάλασσας. Οι ανωτέρω μηχανισμοί δεν εμποδίζουν τα κράτη σε καμία περίπτωση να επιλύουν τις διαφορές τους με οποιοδήποτε ειρηνικό μέσο, της εκλογής τους ή σύμφωνα με το άρθρο 33 του χάρτη ΗΕ. Η ύπαρξη υποχρεωτικού δικαιοδοτικού διακανονισμού δείχνει την ανάγκη της άμεσης επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μερών της Unclos. 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Βιβλία:

  • Ι. Κρατερός – Α. Στρατή, Δίκαιο της  Θάλασσας, Νομική Βιβλιοθήκη.
  • Κ. Χατζηκωνσταντίνου, Χ. Αποστολίδης & Μ. Σαρηγιαννίδης, Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σακκούλα.
  • Θ. Κουλούμπης, Διεθνείς Σχέσεις Ισχύς και Δικαιοσύνη, Εκδόσεις Παπαζήση.

Καταστατικός χάρτης- Επίσημη ιστοσελίδα:

  • Καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών.
  • Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.
  • Ιστοσελίδα: un.org
  • Ιστοσελίδα: treaties.un.org

Άρθρο :

  • Α. Αποστολίδου, Επίλυση Διεθνών Διαφορών Δικαίου της Θάλασσας: Ένα Ζήτημα με Διαχρονικό ενδιαφέρον, 2018, Power Politics.


[1]Υπάρχουν θέματα που μπορούν να εξαιρεθούν όπως θα δούμε στη συνέχεια.

[2]Διατηρεί το δικαίωμα να την τροποποιήσει ή να την δηλώσει μεταγενέστερα, με γραπτή δήλωση στον γραμματέα ΗΕ.

[3]C. A. Colliard ‘Problèmes et solutions en matière de règlement des différends’, Société Française pour le Droit International, Colloque de Rouen 1983: Perspectives du Droit de la Mer à l Issue de la 3 Conférence des nations Unies, 174-189.

[4] Περιλαμβάνεται και η ρύπανση από τα πλοία.

[5] Σύμφωνα με το άρθρο 293 της σύμβασης ΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας.

[6]Σύμφωνα με το άρθρο 298 της σύμβασης ΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας.

[7]Σύμφωνα με το άρθρο 294 της σύμβασης ΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας.

[8] Υπάρχει ένας κατάλογος συνδιαλλακτών που έχει ο Γενικός Γραμματέας ΗΕ στον οποίο ορίζονται τέσσερα άτομα από κάθε κράτος.

[9] Έως ένα άτομο μπορεί να είναι υπήκοος της χώρας.

Νέο Βιβλίο: Ελλάς & Βουλγαρία, από εχθροί, σύμμαχοι και εταίροι

on Κυριακή, 04 Ιουλίου 2021. Posted in Μελέτες

Του Γεώργιου Δουδούμη, Συγγραφέα, Μέλος του ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ

Ο Ζομινί, ο Κλαούζεβιτς και η επιστήμη του πολέμου

on Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2020. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις, Μελέτες

Του Ιστορικού Μανωλη Πεπονα

Ο Ζομινί, ο Κλαούζεβιτς και η επιστήμη του πολέμου

 Γράφει ο Μανώλης Πέπονας, Ιστορικός

 Από την αρχαιότητα έως σήμερα, οι διάφορες προσεγγίσεις περί των οργανωμένων ένοπλων αντιμαχιών αποτελούν κύρια πεδία μελέτης των ειδημόνων, μα και το διανοητικό υπόβαθρο για την άσκηση της κρατικής πολιτικής. Ως σημείο σταθμός σε αυτή την πνευματική πορεία θα μπορούσε να οριστεί ο 19ος αιώνας, κατά τον οποίο έλαβαν χώρα σημαίνουσες επιστημονικές ανακαλύψεις και πολιτικές μεταβολές που επηρέασαν τη στρατιωτική οργάνωση, επιτρέποντας στον Ναπολέοντα να κυριαρχήσει σε ένα μεγάλο τμήμα της Ευρώπης. Με τη σειρά τους, οι ναπολεόντειοι πόλεμοι συνέβαλλαν καθοριστικά στη συγγραφή δύο διαχρονικών έργων, του Περί Πολέμου του Πρώσου στρατηγού Καρλ φον Κλαούζεβιτς και του Η Τέχνη του Πολέμου του Ελβετού συναδέλφου του, Αντουάν Ανρί Ζομινί. Σε αμφότερα τα συγγράμματα, εξετάζεται το ενδεχόμενο ο πόλεμος να αποτελεί μια ακόμη επιστήμη όμοια με αυτή των μαθηματικών, καθώς επίσης η ίδια η φύση του εν λόγω φαινομένου. Οι απαντήσεις του Ζομινί και του Κλαούζεβιτς στο συγκεκριμένο ζήτημα συγκροτούν για ακόμη μια φορά ένα εν πολλοίς αντιθετικό δίπολο, το οποίο επηρεάζει τους ειδικούς έως τις μέρες μας. 

 

Ζομινί και Κλαούζεβιτς: βίοι παράλληλοι

Τα πρώτα δεκαπέντε έτη του 19ου αιώνα στιγματίστηκαν από τη δράση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, του Κορσικανού αξιωματικού που κυβέρνησε τη Γαλλία ως αυτοκράτορας. O Ναπολέων νίκησε τους συχνά υπέρτερους αντιπάλους του κεφαλαιοποιώντας τις ριζικές αλλαγές τις οποίες επέφερε η επανάσταση του 1789. Καταρχάς, η αναδυόμενη ιδεολογία του λαϊκού πολέμου επέτρεψε τη συγκέντρωση τεραστίων στρατιωτικών μαζών υπό το σύνθημα της γενικής πανστρατιάς. Επιπρόσθετα, η εξέλιξη του Όπλου του πυροβολικού επέτρεψε στον Ναπολέοντα να οργανώσει ευέλικτα σώματα με επαρκή ισχύ πυρός, ανατρέποντας κάθε πρότερο δεδομένο στα πεδία των μαχών. Τέλος, όντας εντός ενός έντονα ιδεολογικά φορτισμένου κλίματος, ο Γαλλικός Στρατός διεξήγαγε ένα πρώιμο είδος ολοκληρωτικού πολέμου, όπου η οικονομία ετίθετο προς εξυπηρέτηση του πολεμικού σκοπού. Έτσι, από την εκστρατεία στην Αίγυπτο έως το Βατερλώ, ο Γάλλος αυτοκράτορας κυριάρχησε, διαχέοντας τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο.[1]

Η πορεία του Ναπολέοντα ήταν καταλυτική για τη νοητική ωρίμανση του Κλαούζεβιτς. Ο τελευταίος υπήρξε μάρτυρας μιας σειράς μαχών που μετέβαλλαν όχι μόνο τα σύνορα, μα και την πολιτική κατάσταση της Ευρώπης. Με τη μάχη της Ιένας (1806) για παράδειγμα, ο Γαλλικός Στρατός διέλυσε την πρωσική αριστοκρατική αντίληψη σχετικά με τα στρατιωτικά ζητήματα, ενώ η ήττα του Ναπολέοντα στη Ρωσία (1812) σήμανε την αρχή του τέλους του «γαλλικού αετού». Εν τέλει, το 1815 στο βελγικό χωριό Βατερλώ ένας ετερογενής συνασπισμός έθεσε τέλος στα σχέδια του αυτοκράτορα. Τόσο στις παραπάνω συγκρούσεις, όσο και στην εξέλιξη των πολεμικών τακτικών, η προσωπικότητα του Ναπολέοντα κυριάρχησε, με τους αντιπάλους του να ακολουθούν τα βήματά του. Ο Κλαούζεβιτς ήταν ένας από τους πολλούς θεωρητικούς που μαθήτευσαν απέναντι ή δίπλα στον Κορσικανό ηγέτη, αναπτύσσοντας τις ιδέες τους στα πλαίσια μιας εποχής ανακατατάξεων.[2]

Ο Πρώσος θεωρητικός γεννήθηκε κοντά στο Μαγδεμβούργο το 1780. Ως γιος ενός χαμηλόβαθμου αξιωματικού, κατετάγη στις Ένοπλες Δυνάμεις της πατρίδας του σε νεαρή ηλικία, βιώνοντας από νωρίς τις ακραίες συνθήκες τις οποίες δημιουργεί ένας πόλεμος. Για πρώτη φορά βρέθηκε σε πεδίο μάχης ηλικία 13 ετών κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση. Ακολούθως, στα τέλη της δεκαετίας του 1790, στα διαλείμματα των συρράξεων, μελέτησε εντατικά διάφορα ζητήματα επιστημονικής ή τεχνικής υφής, αποκτώντας έντονο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία. Με αυτά τα εφόδια έγινε δεκτός στην περίφημη Ακαδημία Πολέμου (Kriegsakademie) του Βερολίνου, όπου σύντομα τέθηκε υπό την προστασία του στρατηγού Γκέραρντ φον Σάρνχορστ. Γρήγορα, ο Κλαούζεβιτς διακρίθηκε για την επιμέλειά του, με αποτέλεσμα να οριστεί εκπαιδευτής του νεαρού πρίγκιπα Αυγούστου. Την ίδια περίοδο συνέγραψε αρκετά πονήματα για τις τακτικές και τη φύση του πολέμου, τα οποία εμφορούνται από νεωτερικές ιδέες.[3]

Το 1806 ο Πρώσος αξιωματικός συμμετείχε στην καταστροφική για το κράτος του μάχη της Ιένας, συνελήφθη δε και κρατήθηκε στη Γαλλία για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Μετά την απελευθέρωσή του, εντάχθηκε σε επιτροπή με αντικείμενο τον εκσυγχρονισμό του Πρωσικού Στρατού υπό τον Σάρνχορστ. Εντός αυτής, ο Κλαούζεβιτς υποστήριξε ένθερμα την ενεργητική αντίσταση στον Ναπολέοντα, ερχόμενος σε διαφωνία με τον Πρώσο βασιλιά. Η υποχωρητικότητα του τελευταίου οδήγησε τον Κλαούζεβιτς να εγκαταλείψει τη χώρα του και να καταφύγει στη Ρωσία. Ευρισκόμενος δίπλα στον τσάρο, ο εν λόγω αξιωματικός πολέμησε στη μάχη του Μποροντίνο, παρακολούθησε την υποχώρηση των Γάλλων από τη Μόσχα και συμμετείχε στις διπλωματικές ενέργειες που οδήγησαν στη δημιουργία του ευρωπαϊκού συνασπισμού κατά του Ναπολέοντα. Με τον Σάρνχορστ να σκοτώνεται το 1813, επέστρεψε στην πατρίδα του και έλαβε μέρος στην εκστρατεία του 1815 ως επιτελικός αξιωματικός. Κατέχοντας αυτή την ιδιότητα αγκίστρωσε τις δυνάμεις του στρατηγού Γκρουσύ στο Βαβρ, στερώντας πολύτιμες ενισχύσεις από τους Γάλλους που πολεμούσαν στο Βατερλώ.[4]

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, ο Κλαούζεβιτς προήχθη σε υποστράτηγο και ορίστηκε διευθυντής της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Μεταξύ των ετών 1815 και 1830 ασχολήθηκε με τη συγγραφή του γνωστότερου έργου του, Vom Kriege (Περί Πολέμου), το οποίο όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Πέθανε το 1831 σε ηλικία 51 ετών, προσβεβλημένος από χολέρα. Την έκδοση του Περί Πολέμου περάτωσε η πολυπράγμων σύζυγός του, Μαρί, το 1832.[5]

Από την άλλη πλευρά, ο Ζομινί ήταν γόνος εύπορης ελβετικής οικογένειας και ως εκ τούτου προοριζόταν για επιχειρηματική σταδιοδρομία. Ωστόσο, παρότι πραγματοποίησε σπουδές σε εμπορική σχολή, το ενδιαφέρον του για τα στρατιωτικά ζητήματα δεν άργησε να εκδηλωθεί. Έτσι, έπειτα από μια περίοδο παραμονής στο Παρίσι όπου λάμβαναν χώρα κοσμογονικές αλλαγές, ο 19χρονος Αντουάν-Ανρί έγινε αξιωματικός της νεοπαγούς Ελβετικής Δημοκρατίας το 1798. Στον στρατό της ιδιαίτερης πατρίδας του, ο Ζομινί απέκτησε εμπειρία σε επιτελικά ζητήματα και διακρίθηκε για τις ιδέες του. Με αυτά τα εφόδια, το 1801 μετέβη εκ νέου στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου συνέγραψε το πρώτο του έργο, Traité des grandes operations militaires. Η δημοφιλία του τελευταίου υπήρξε τέτοια, ώστε ο Γάλλος στρατηγός Μισέλ Νεΰ πήρε υπό την προστασία του τον νεαρό συγγραφέα, φέρνοντάς τον σε επαφή με τον Ναπολέοντα.[6]

Το 1805 ο Ζομινί κατετάγη στις Ένοπλες Δυνάμεις του αυτοκράτορα ως συνταγματάρχης. Ακολουθώντας τον πάτρωνά του, Νεΰ, πολέμησε σε κρίσιμες μάχες όπως αυτές του Ουλμ (1805), της Ιένας (1806) και του Άιλαου (1807). Η σχέση του με τον Γάλλο στρατηγό χαρακτηρίστηκε από αρκετές διακυμάνσεις, έγινε δε αντικείμενο κριτικής από τους συναδέλφους του. Έτσι, μολονότι οι συμβουλές του Ζομινί προς τον ανώτερό του απεδείχθησαν χρήσιμες, το κλίμα εναντίον του επιδεινωνόταν συνεχώς.[7]

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Ελβετός αξιωματικός κατέφυγε στη Ρωσία το 1807, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στον στρατό του τσάρου. Ο τελευταίος τον προσκάλεσε στο επιτελείο του με τον βαθμό του αντιστρατήγου και από αυτή τη θέση παρακολούθησε την πτώση του Ναπολέοντα. Παρά ταύτα, ο Ζομινί αρνήθηκε να συμμετάσχει στην τελική εισβολή στη Γαλλία, ενώ το 1815 προσπάθησε μάταια να σώσει τη ζωή του πάτρωνά του, στρατηγού Νεΰ. Κατά τα επόμενα έτη, ο Ελβετός θεωρητικός συνέχισε τη δράση του ως αξιωματικός του Ρωσικού Στρατού: προήχθη στον βαθμό του στρατηγού (1823), ορίστηκε εκπαιδευτής του διαδόχου Νικολάου, συνέβαλε στην οργάνωση της ρωσικής σχολής αξιωματικών (Ακαδημία Νικολάου) και έλαβε μέρος στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο των ετών 1828-1829. Το 1829 εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, παρέχοντας από εκεί τις συμβουλευτικές υπηρεσίες του σε διάφορους ηγεμόνες. Έως το τέλος της ζωής του μάλιστα, το 1869, συνέγραψε αρκετά σημαντικά πονήματα με κυριότερο το Précis de l'Art de la Guerre (ελληνική μετάφραση: Η Τέχνη του Πολέμου), το οποίο εκδόθηκε το 1838.[8]

Όπως οι βίοι, έτσι και τα δύο κύρια συγγράμματα του Ζομινί και το Κλαούζεβιτς, παρουσίαζαν μια σειρά από διαφορές. Εν πολλοίς, η σκέψη του Ζομινί αποτελεί την επιτομή της στρατιωτικής σκέψης του Διαφωτισμού, η οποία είχε σημαντικές επιρροές από τα επιστημονικά επιτεύγματα το 18ου αιώνα. Ακολουθώντας το εν λόγω φιλοσοφικό ρεύμα, ο Ελβετός στρατηγός επιχείρησε να θέσει τον πόλεμο εντός επιστημονικών μεθόδων και να εξηγήσει τη συμπεριφορά ολόκληρου του φυσικού κόσμου. Εμφορούμενος από το πνεύμα του καιρού του και διαθέτοντας μια ευρεία γνώση της στρατιωτικής ιστορίας, ο Ζομινί προσπάθησε να αναγνωρίσει τις αρχές αυτού που θεωρούσε ως «τέχνη του πολέμου». Η σκέψη του διακατεχόταν από το πνεύμα της προεπαναστατικής περιόδου, πράγμα που γίνεται εμφανές στις αναλύσεις του για τη φύση των ναπολεόντειων πολέμων.[9]

Οι επιρροές του Κλαούζεβιτς από την άλλη πλευρά είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Οπωσδήποτε, ο Πρώσος αξιωματικός γνώριζε τα έργα των Ρωμαίων συγγραφέων, του Καντ, αλλά και σύγχρονων προς αυτόν στρατηγιστών όπως ο Σάρνχορστ. Έτσι, υπερέβη τα όρια της διαφωτιστικής παράδοσης, αναζητώντας τη συνθετότητα του πολέμου. Σε αντίθεση με τον Ζομινί, δεν ενδιαφερόταν απλώς για τακτικά ζητήματα όπως οι οδηγίες για εισβολή της κύριας στρατιωτικής μάζας στο κρίσιμο σημείο της αντίπαλης διάταξης, παρά ασχολείτο με την οργανωμένη σύρραξη ως κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο.[10] Μοιραία, το Περί Πολέμου κατέστη ένα διαχρονικό έργο, ενώ Η Τέχνη του Πολέμου υπέπεσε στη λήθη με την περαιτέρω εξέλιξη των σύγχρονων οπλικών συστημάτων.

 

Μια επιστήμη του πολέμου;

Ήδη από τις πρώτες γραμμές του έργου του, ο Ζομινί αναφέρεται στη «στρατιωτική επιστήμη», η οποία βασίζεται σε αρχές που δεν πρέπει να αγνοούνται και επιβάλλονται από την ύπαρξη του εχθρού, καθώς επίσης από παράγοντες όπως το εκάστοτε ηθικό και πολιτικό τμήμα του πολέμου.[11] Οι αρχές αυτές μάλιστα -όμοιες με επιστημονικές νόρμες- δεν πρέπει να παραβιάζονται: «Μια διαταγή που κατανοήθηκε λάθος, ένα τυχαίο γεγονός, μπορεί να πετάξουν στα χέρια του εχθρού όλες τις πιθανότητες της επιτυχίας τις οποίες ένας ικανός στρατηγός είχε προετοιμάσει για τον εαυτόν του με τους ελιγμούς του. Αλλά αυτά είναι ρίσκα τα οποία ούτε μπορούν να προβλεφθούν, ούτε να αποφευχθούν. Θα ήταν δίκαιο γι’ αυτούς τους λόγους να αρνηθούμε την επιρροή της επιστήμης και των αρχών σε συνηθισμένες υποθέσεις; Αυτό το ρίσκο αποδεικνύει τον θρίαμβο των αρχών, γιατί συμβαίνει να εφαρμόζονται κατά τύχη από έναν στρατό εναντίον του οποίου είχε σχεδιαστεί η εφαρμογή τους και να είναι η αιτία της επιτυχίας του. Αλλά παραδεχόμενος αυτή την αλήθεια, μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι ένα επιχείρημα κατά της επιστήμης. Αυτή η αντίθετη άποψη δεν είναι καλά θεμελιωμένη, επειδή η τέχνη ενός στρατηγού συνίσταται στο να εξασφαλίσει για την δική του πλευρά όλες τις πιθανότητες επιτυχίας που μπορούν να προβλεφθούν και φυσικά αυτή η πρόβλεψη δεν μπορεί να πιάσει και τα καπρίτσια του πεπρωμένου».[12]

Ο όρος «στρατιωτική επιστήμη» επανέρχεται σε αρκετά σημεία του περίφημου έργου, δεν θα πρέπει όμως να θεωρηθεί ως ένδειξη μια επιστημοποίησης του ίδιου του πολέμου στη θεώρηση του Ζομινί. Ο τελευταίος για παράδειγμα αναγνωρίζει ως τμήματα της στρατιωτικής επιστήμης τα μέτωπα επιχειρήσεων, τα στρατηγικά μέτωπα και τις στρατηγικές θέσεις. Αμφότερα τα παραπάνω θα μπορούσαν ίσως να ενταχθούν στον τομέα της τακτικής, καθώς δεν διαθέτουν την οικουμενική διάσταση που απαιτεί το πεδίο του πολέμου.[13] Έτσι, η ύπαρξη μιας «στρατιωτικής επιστήμης» θα πρέπει να διακριθεί από την όποια εντύπωση περί «πολεμικής επιστήμης» στο έργο του Ζομινί.

Επίσης, ο Ελβετός διανοητής αποφαίνεται ξεκάθαρα για το τί ακριβώς είναι ο πόλεμος σε μία από τις πολλές συμπερασματικές του παρατηρήσεις: «Ο πόλεμος στο σύνολό του δεν είναι επιστήμη, αλλά μια τέχνη. Η στρατηγική ειδικά, μπορεί πράγματι να ρυθμιστεί από σταθερούς νόμους που προσομοιάζουν σ’ αυτούς των θετικών επιστημών, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια εάν ο πόλεμος ειδωθεί σαν σύνολο. Μεταξύ άλλων, μάχες μπορούν να μνημονευθούν ως να είναι συχνά αρκετά ανεξάρτητες από επιστημονικούς συνδυασμούς και αυτές μπορούν να γίνουν ουσιαστικά δραματικές, με τις ατομικές ιδιότητες και εμπνεύσεις και χίλια άλλα πράγματα να είναι συχνά τα στοιχεία που ελέγχουν την κατάσταση. Τα πάθη που εξάπτουν τις μάζες και που έρχονται σε σύγκρουση, τα πολεμοχαρή αισθήματα αυτών των μαζών, η ενέργεια και το ταλέντο των διοικητών τους, το λίγο ή πολύ πολεμικό πνεύμα των εθνών και των εποχών, με μια λέξη, κάθε πράγμα που μπορεί να ονομασθεί ως ποίηση και μεταφυσική του πολέμου, θα έχει μια συνεχή επιρροή επί των αποτελεσμάτων του».[14]

Εντάσσοντας λοιπόν μη προβλέψιμους παράγοντες όπως τα συναισθήματα στην εκτέλεση της πολεμικής διαδικασίας, ο Ζομινί θεωρεί πως μια σύρραξη υπερβαίνει τους καθολικούς νόμους στους οποίους βασίζονται οι επιστήμες. Πώς να προβλέψει δηλαδή κάποιος τη μανία μιας επέλασης ιππικού ή τον φόβο ακόμη και των πλέον έμπειρων ανδρών στη θέα ενός πυροβόλου; Δύναται άραγε ο ικανότερος αναλυτής να προκαταλάβει την έκβαση μιας διεργασίας διαπλεκόμενης στη δύνη του θανάτου; Παρότι ο Ζομινί υπερηφανεύεται για την απόδειξης της εγκυρότητας των αρχών του στα πεδία των μαχών, σπεύδει να τις εντάξει στο φάσμα της τέχνης παρά της επιστήμης.[15] Ενώ δηλαδή η -πολλές φορές εκφρασμένη- προσωπική του μεγαλομανία τον οδηγεί στη συγγραφή ενός εγχειριδίου με τον χιμαιρικό στόχο τη νίκη σε κάθε αναμέτρηση, οι εξαιρετικές πνευματικές του ικανότητες τον αποτρέπουν να διάγει ένα ζωτικής σημασίας διανοητικό σφάλμα.

Γενικότερα, η άποψη του Ελβετού θεωρητικού συνοψίζεται στην εξής παρατήρησή του: «ο πόλεμος, μακριά από τα να είναι μια ακριβής επιστήμη, είναι ένα φοβερό και βίαιο δράμα, ρυθμιζόμενο είναι αλήθεια, από τρεις ή τέσσερις γενικές αρχές, αλλά τα αποτελέσματα του εξαρτώνται επίσης από έναν αριθμό ηθικών και φυσικών περιπλοκών».[16] Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί έως και ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου, στον οποίο δεν γίνεται λόγος περί επιστήμης.

Με τη σειρά του, ο Κλαούζεβιτς αφιερώνει ένα κεφάλαιο του έργου του για να εξετάσει το ενδεχόμενο ο πόλεμος να είναι τέχνη ή επιστήμη. Όντας υπέρμαχος της κοινωνικής και συνάμα της πολιτικής φύσης του φαινομένου, σπεύδει γρήγορα να διέλθει έξωθεν των δύο ατραπών: «Λέμε λοιπόν πως ο πόλεμος δεν ανήκει στο πεδίο των τεχνών και των επιστημών, αλλά σε εκείνο της κοινωνικής ύπαρξης. Είναι μια σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων ρυθμισμένη με το αίμα, κι είναι μόνο σ’ αυτό που διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις. Θα έπρεπε καλύτερα να τον συγκρίνουμε, περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη τέχνη, με το εμπόριο, που είναι επίσης σύγκρουση συμφερόντων και δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Μοιάζει ακόμη περισσότερο με την πολιτική, που μπορεί να θεωρηθεί με τη σειρά της, τουλάχιστον εν μέρει, ως ένα είδος εμπορίου σε μεγάλη κλίμακα. Επιπλέον, η πολιτική είναι η μήτρα, μέσα στην οποία αναπτύσσεται ο πόλεμος. Τα ήδη διαμορφωμένα στοιχειωδώς χαρακτηριστικά του κρύβονται εκεί όπως οι ιδιότητες των ζωντανών υπάρξεων στα έμβρυά τους».[17]

Για τον Πρώσο διανοητή, τόσο οι τέχνες όσο και οι επιστήμες αποτελούν περίκλειστες και ανελαστικές κατηγοριοποιήσεις, εντός των οποίων δεν θα μπορούσε να νοηθεί ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως πόλεμος. Ο τελευταίος εξάλλου ελάχιστα μοιάζει με τις μηχανικές επιστήμες ή τις καλές τέχνες, αφού υπόκειται μεν σε κανόνες, όχι όμως σε μηχανιστικά θέσφατα. Σε μια σύγκρουση δηλαδή συμμετέχουν ζωντανοί -άρα ελάχιστα προβλέψιμοι- οργανισμοί, οι οποίοι είναι συζητήσιμο αν υπόκεινται σε γενικούς νόμους. Οι διάφορες θεωρητικές αναψηλαφήσεις τις οποίες επιχειρούν φιλόσοφοι όπως ο ίδιος ο Κλαούζεβιτς, αδυνατούν να δημιουργήσουν ένα προβλέψιμο πρότυπο της ανθρώπινης συμπεριφοράς.[18]

Εν τέλει, ο Κλαούζεβιτς κατέληγε στο συμπέρασμα πως ο πόλεμος δεν ανήκε ούτε στις τέχνες, μα ούτε και στις επιστήμες: για τον ίδιο επρόκειτο για ένα κομβικό τμήμα της κοινωνικής ύπαρξης. Υπογραμμίζοντας την πολιτική του διάσταση, θεωρούσε δηλαδή πως ήταν μια σύγκρουση μεταξύ κύριων συμφερόντων, η οποία επιλυόταν με μια αποκρουστική και συνάμα αναπόφευκτη αιματοχυσία. Ο ακραία βίαιος χαρακτήρας του ήταν ακριβώς εκείνο που τον διέκρινε από οποιαδήποτε άλλη μορφή σύγκρουσης.

 

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Όντας δρώντα υποκείμενα μα συνάμα απεικάσματα του καιρού τους, ο Κλαούζεβιτς και ο Ζομινί, επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον πόλεμο ως όλον. Οι μεταξύ τους διαφορές είναι εμφανείς: ο κύριος στόχος του Ελβετού στρατηγού έγκειται στην απόδοση πρακτικών οδηγιών προς εκκολαπτόμενους στρατιωτικούς ηγήτορες, ενώ ο Πρώσος διανοητής επιθυμούσε να δημιουργήσει μια πλήρη πραγματεία φιλοσοφικού είδους περί της ίδιας της φύσης μιας οργανωμένης ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπακόλουθα, η πραγμάτευση του ερωτήματος «είναι ο πόλεμος μια επιστήμη;», αντιμετωπίστηκε με διαφορετικό τρόπο από τους δύο στοχαστές. Ο Ζομινί υποστήριξε πως επρόκειτο για μία τέχνη, την οποία μάλιστα ο ίδιος κατείχε και μπορούσε να μεταδώσει τα μυστικά της προς τους μελετητές του βιβλίου του. Ο Κλαούζεβιτς αντίθετα, έκανε λόγο για τη σύνθετη φύση του πολέμου, αποφαινόμενος πως λόγω αυτής δεν ήταν δυνατό να καταταχθεί ούτε στις τέχνες αλλά ούτε και στις επιστήμες. Αμφότερες οι απόψεις επηρεάζουν έως σήμερα τους ειδικούς, αποκτώντας πρόσθετες συνυποδηλώσεις εντός του πλαισίου της εκάστοτε εποχής.

 

Βιβλιογραφία

Belllinger, Vanya Eftimova. Marie von Clausewitz. The woman behind the making of On War, Oxford University Press, Oxford 2016

Gallie, W. B. Philosophers of peace and war. Kant, Clausewitz, Marx, Engels and Tolstoy, Cambridge University Press, Cambridge 2008

Gat, Azar. The Origins of Military Thought, Oxford University Press, Oxford 1991

Ghyczy, Tiha von. Oetinger, Bolko von. Bassford, Christopher (επιμ.). Clausewitz on Strategy, John Wiley & Sons, New York 2001

Herberg-Rothe, Andreas. Clausewitz’s Puzzle. The Political Theory of War, Oxford University Press, Oxford 2007

Heuser, Beatrice. The Strategy Makers. Thoughts on War and Society from Machiavelli to Clausewitz, Praeger, Santa Barbara 2010

Howard, Michael. Clausewitz. A Very Short Introduction, Oxford University Press, Oxford 2002

Jomini, Antoine-Henri. Η Τέχνη του Πολέμου, ΓΕΕΘΑ, Αθήνα 2015

Klausewitz, Karl von. Περί του Πολέμου, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1999

Paret (επιμ.), Peter. Makers of modern strategy from Machiavelli to the nuclear age, Princeton University Press, Princeton 1986



Γεωργίου Μενεσιάν: Η εξέλιξη της Τουρκίας σε μια Πυρηνική Δύναμη

on Σάββατο, 02 Μαΐου 2020. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος, Μελέτες

Του Γεώργιου Μενεσιάν, διεθνολόγος και μέλος του ΕΛΙΣΜΕ

Η Εξέλιξη της Τουρκίας σε μια Πυρηνική Δύναμη

του Γεωργίου Μενεσιάν*

H φιλοδοξία του Τούρκου προέδρου

 

Εισαγωγή από Διευθυντή Μελετών ΕΛΙΣΜΕ κύριο Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Παγιδευμένοι στις καθημερινές τριβές με τη γειτονική Τουρκία και σχοινοβατώντας μεταξύ ένοπλης ειρήνης και θερμού επεισοδίου ή ακόμη και γενικευμένης σύρραξης, αδυνατούμε -ή καλύτερα αποφεύγουμε- να εστιάσουμε σε μεσοπρόθεσμες-μακροπρόθεσμες απειλές και εξελίξεις. Η Άγκυρα μετά από παλινδρομήσεις δεκαετιών έχει αμετάκλητα δρομολογήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών εργοστασίων. Στην Ελλάδα ακόμη και η συζήτηση περί χρήσεως πυρηνικής ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί ένα θέμα «ταμπού». Το μέλος του ΕΛΙΣΜΕ Γεώργιος Μενεσιάν παρουσιάζει μια άκρως ενδιαφέρουσα ανάλυση για την εξέλιξη της τουρκικής προσπάθειας, τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτή την πορεία, τα νέα δεδομένα που σταδιακά δημιουργούνται και τη γενικότερη ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή. Αναμφίβολα η δημιουργία πυρηνικών υποδομών καθιστά  εφικτή -υπό προϋποθέσεις- και μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Η ανάλυση δεν επικροτεί την άκρατη εμπλοκή μας στη διάσταση ενός ακόμη ανταγωνισμού με την Άγκυρα -αυτή του πυρηνικού ανταγωνισμού- αλλά θεωρεί αναγκαία την μεθοδική εξέταση τρόπων αντιμετώπισης προκρίνοντας την έναρξη ουσιαστικών βημάτων για την υιοθέτηση ενός εφικτού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας.   

 

Η Εξέλιξη της Τουρκίας σε μια Πυρηνική Δύναμη


Είναι ξεκάθαρο, πως η Τουρκία υπό την ηγεσία του Recep Tayyip Erdogan επιδιώκει
να καταστεί η κύρια ηγεμονική περιφερειακή δύναμη. Για να το καταφέρει αυτό,
πρέπει να αυξήσει σημαντικά την ισχύ της σε όλους τους τομείς που διέπουν το
τουρκικό κράτος, δίνοντας έμφαση στην στρατιωτική ισχύ, την οικονομία, την
ενέργεια, την διπλωματία και την κοινωνία-πολιτισμό. Πιο συγκεκριμένα, στο
κομμάτι της ενέργειας η Τουρκία, όντας μια πολυπληθής χώρα, επιδιώκει την
μεγαλύτερη δυνατή ενεργειακή ασφάλεια για αυτήν, βασιζόμενη στην μετατροπή της
σε ένα κέντρο μεταφοράς και υγροποίησης φυσικού αερίου, καθώς και στην
πυρηνικοποίησή της με την κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων. Ταυτόχρονα, ο
Τούρκος πρόεδρος δήλωσε τον περασμένο Σεπτέμβριο, ότι δε νοείται να μην έχει η
Τουρκία πυρηνικά όπλα από την στιγμή που άλλα κράτη διαθέτουν πυραύλους με
πυρηνικές κεφαλές1.
Επομένως, προκύπτουν τα εξής ερωτήματα: θέτει η Τουρκία ως στόχο της την
απόκτηση πυρηνικών όπλων πέρα από την πυρηνικοποίησή της στον τομέα της
ενέργειας; Πού έγκειται η φιλοδοξία Erdogan περί μετατροπής της Τουρκίας σε μια
πυρηνική δύναμη; Ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της Ελλάδος στις πολιτικές
αυτές; Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσω να απαντήσω με το κείμενο αυτό.

 Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕ PDF

 

* Σύντομο βιογραφικό Γ. Μενεσιάν

 

Ο Τζωρτζ Μενεσιάν είναι διεθνολόγος και μέλος του ΕΛΙΣΜΕ. Το 2017 αποφοίτησε από το Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου και σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος διεθνών σχέσεων και λογογράφος. Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Ευρω-ατλαντικων Μελετών (Ομάδα Μέσης Ανατολής) και στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων (Ομάδα Διαχείρισης Κρίσεων) του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ), ενώ είναι συντονιστής της Ομάδας Εξωτερικής Πολιτικής, Άμυνας και Ασφάλειας του Τομέα Ρωσίας Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης του ΙΔΙΣ. Αρθρογραφεί στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Φιλελεύθερος (liberal.gr), καθώς και στην HuffingtonPost Greece. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με το ΕΛΙΑΜΕΠ και το ΚΕΔΙΣΑ και σήμερα συνεργάζεται με την Φοιτητική Οργάνωση Διεθνών Σχέσεων (SAFIA). Ομιλεί αγγλικά, γαλλικά και αρμενικά.

 

Οι Ελληνικές σπάνιες γαίες και η γεωπολιτική τους σημασία

on Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021. Posted in Μελέτες

Του Δρα Χρήστου Μαλτέζου, Δρ. Χημικός, Αξιολογητής Συστημάτων Διαχείρισης Ποιότητας, μέλους ΕΛΙΣΜΕ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΝΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

on Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020. Posted in Μελέτες, Εθνική Οικονομία - Ανάπτυξη - Ενέργεια

Του Λεόντιου Πορτοκαλάκη, Τοπογράφος Μηχ.- M.Sc Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

Εισαγωγή : Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ενεργειακά εξαρτημένη. Και μάλιστα η εξάρτηση αυτή υπερβαίνει την αντίστοιχη εξάρτηση άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΕΝΕ ( www.iene.gr«Ο Ελληνικός Ενεργειακός Τομέας - Ετήσια Έκθεση 2019-Μία Μελέτη του IENE (M03)-σελ.129»)το ποσοστό ενεργειακής εξάρτησης φτάνει το 73,6%, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από αντίστοιχη εργασία του καθ. Ανδριοσόπουλου, διευθυντή στο Ερευνητικό Κέντρο Ενεργειακής Διοίκησης στο ESCP (Europe Business School του Λονδίνου) (www.pelop.gr 27/11/2018) που προσδιορίζει την  εξάρτηση αυτή στο 74%.

Μεγάλο μέρος αυτών των ενεργειακών εισαγωγών, αποτελούν οι εισαγωγές υδρογονανθράκων (πετρέλαιο-φυσικό αέριο) που ανέρχονται σε ποσοστό > του 98%.

Επενδυτικά σχέδια: Στην προσπάθεια μείωσης της εξάρτησης αυτής και διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού, αλλά και αξιοποίησης πλεονεκτημάτων που δίνει στην χώρα η προσπάθεια  διαχρονικού μετασχηματισμού της σε έναν ενεργειακό κόμβο, η Ελλάδα έχει από καιρό ξεκινήσει έργα υποδομής όπως:

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕ PDF

Το σύστημα Hawala και το Μεταναστευτικό

on Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020. Posted in Μελέτες

Του Αναστάσιου Κανελλόπουλου, Αναλυτής Κινδύνου, απόφοιτος Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ-17 ΙΟΥΝ 2020

on Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020. Posted in Μελέτες

Ομαδική μελέτη των μελών του ΕΛΙΣΜΕ Ι.Δασκαλακη, Δ.Ηλιοπουλου, Π.Κατσαρου, Α.Πουλου και Λ.Σκυλακη

Η τουρκική ενεργός επέμβαση στη Λιβύη είναι μια από τις πολλές κινήσεις της χώρας αυτής στη διεθνή σκακιέρα για απόκτηση μεγαλύτερου ρόλου, επιρροής και συναφών κερδών. Η κίνηση αυτή δημιουργεί, ειδικά με τη σύναψη του «τουρκικολυβικού μνημονίου θαλασσίων ζωνών», επιπρόσθετα προβλήματα στην Ελλάδα. Όλες αυτές τις εξελίξεις εξετάζονται από την παρούσα ομαδική Μελέτη μελών του ΕΛΙΣΜΕ, πλέον όμως της παράθεσης των γεγονότων και της ανάλυσης τους υπάρχει παρουσίαση εκτιμήσεων για τις εξελίξεις αλλά και πιθανών τρόπων αντίδρασης της ελλαδικής πλευράς.

Η Μελέτη αποτελεί προϊόν Ομάδος Εργασίας του ΕΛΙΣΜΕ.
 
 

 

Moscow's War in Syria - A Report of the CSIS Transnational Threats Project Edited by Seth G. Jones

on Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020. Posted in Μελέτες

This report examines Russia’s military and diplomatic campaign in Syria, the largest and most significant Russian out-of-area operation since the end of the Cold War. Russia’s experience in Syria will significantly shape its military thinking, influence promotion and personnel decisions, impact research and development for its arms industry, and expand its influence in the Middle East and beyond for the foreseeable future.


Yet despite the importance of Russia’s involvement in Syria—especially as the United States competes with countries such as Russia and China—there has been little systematic analysis of Russia’s campaign in Syria. This research aims to help fill the gap and provides some new analysis and data. It conducts a broad assessment of the Russian campaign—including political objectives, diplomatic initiatives, and civilian targeting—which place the military campaign in a wider context. In addition, it compiles a data set of Russia’s civilian targeting and analyzes satellite imagery of Russian activity.

Some of the authors of the report also served in the U.S. Department of Defense and Central Intelligence Agency during portions of the campaign, and they provide an interesting first-hand perspective. Overall, this report concludes that Russia was successful in achieving its main near-term political and military objectives in Syria, including preventing the collapse of the Assad regime (an important regional partner) and thwarting a possible U.S. attempt to overthrow Assad. The main conclusions can be divided into five areas: Russian goals and strategy, the military campaign, the punishment campaign, the diplomatic campaign, and broader lessons.

This report examines Russia’s military and diplomatic campaign in Syria, the largest and most significant Russian out-of-area operation since the end of the Cold War. Russia’s experience in Syria will significantly shape its military thinking, influence promotion and personnel decisions, impact research and development for its arms industry, and expand its influence in the Middle East and beyond for the foreseeable future.

Yet despite the importance of Russia’s involvement in Syria—especially as the United States competes with countries such as Russia and China—there has been little systematic analysis of Russia’s campaign in Syria. This research aims to help fill the gap and provides some new analysis and data. It conducts a broad assessment of the Russian campaign—including political objectives, diplomatic initiatives, and civilian targeting—which place the military campaign in a wider context.

In addition, it compiles a data set of Russia’s civilian targeting and analyzes satellite imagery of Russian activity. Some of the authors of the report also served in the U.S. Department of Defense and Central Intelligence Agency during portions of the campaign, and they provide an interesting first-hand perspective.

Overall, this report concludes that Russia was successful in achieving its main near-term political and military objectives in Syria, including preventing the collapse of the Assad regime (an important regional partner) and thwarting a possible U.S. attempt to overthrow Assad.

The main conclusions can be divided into five areas: Russian goals and strategy, the military campaign, the punishment campaign, the diplomatic campaign, and broader lessons.

Download Report

Αναστάσιος Μπασαράς*: Επιμελητεία και Περιβάλλον (Green Logistics)

on Σάββατο, 09 Μαΐου 2020. Posted in Μελέτες

Εχει παρατηρηθεί την τελευταία δεκαετία, σε πολλές χώρες, τεράστια αύξηση του δημόσιου και κυβερνητικού ενδιαφέροντος για το περιβάλλον. αποτέλεσμα, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν μεγάλη πίεση για να μειώσουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δράσεων των Logistics τους.

Είναι γνωστό ότι οι μεταφορές έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, δημιουργούν ηχητική ρύπανση, οδηγούν σε ατυχήματα και, εν γένει, συμβάλλουν σημαντικά στην υπερθέρμανση του πλανήτη.


-Εκτιμάται ότι η μεταφορά εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει περίπου το 8% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που σχετίζονται με την ενέργεια παγκοσμίως. Ενώ οι συσχετισμοί αποθήκευσης και διαχείρισης εμπορευμάτων είναι πιθανό να προσθέσουν άλλο 3% στο σύνολο αυτό.
-Η επίτευξη της αβλαβούς βιωσιμότητας των Logistics, μακροπρόθεσμα, θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλο περιθώριο μείωσης του όλου περιβαλλοντικού κόστους των Logistics.

Η αλόγιστη και χωρίς κανόνες λειτουργία των Logistics έχει πολλές επιπτώσεις, όπως: συμφόρηση κυκλοφορίας, απορρίμματα με οικολογικές επιπτώσεις, αέρια θερμοκηπίου που προκαλούν αλλαγή του κλίματος, χρήση μη ανανεώσιμων ορυκτών καυσίμων, επιπτώσεις των αποβλήτων των πετρελαιοειδών, καταστροφή οικοσυστήματος και εξαφάνιση ειδών.

Υπάρχουν, επίσης, κοινωνικές επιπτώσεις, όπως: ρύπανση στη δημόσια υγεία, καταστροφή καλλιεργειών, τραυματισμοί και θάνατοι τροχαίων ατυχημάτων, θόρυβος, συμφόρηση της κυκλοφορίας που αποθαρρύνει την κίνηση και μεταφορά επιβατών, απώλεια πράσινων και ανοικτών χώρων, επιδείνωση της κατάστασης των κτιρίων και των υποδομών.

 

Τι είναι τα πράσινα Logistics;
Τα πράσινα Logistics μελετούν και περιλαμβάνουν τις περιβαλλοντικές συνέπειες όλων των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη μεταφορά, αποθήκευση και χειρισμό των φυσικών προϊόντων των αλυσίδων εφοδιασμού και περιγράφουν τις προσπάθειες μέτρησης και ελαχιστοποίησης του οικολογικού αντίκτυπου των δραστηριοτήτων των. Λαμβάνουν υπόψη τη φύση και την κλίμακα των συνεπειών, τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα τους και εξετάζουν διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να τις μειώσουν, προκειμένου να αναπτυχθεί μια βιώσιμη ισορροπία μεταξύ οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών στόχων.

Η πράσινη εφοδιαστική αλυσίδα έχει την προέλευσή της στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ήταν μια ιδέα για τον χαρακτηρισμό συστημάτων και προσεγγίσεων των Logistics που χρησιμοποιούν προηγμένη τεχνολογία και εξοπλισμό για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη διάρκεια των λειτουργιών.

Ο βασικός στόχος είναι ο συντονισμός αυτών των δραστηριοτήτων κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των πελατών αλλά και στη διατήρηση ενός καθαρού περιβάλλοντος με το ελάχιστο κόστος. Καθώς αυξάνεται η ανησυχία για το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη το εξωτερικό κόστος των Logistics που συνδέεται κυρίως με την κλιματική αλλαγή, ατμοσφαιρική ρύπανση, θόρυβο και τα ατυχήματα.

Κινητήριος μοχλός για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών όπως οι "πράσινες μεταφορές και Logistics" είναι η νέα παγκόσμια τάση προς την ολιστική αντιμετώπιση των εξωτερικών παραγόντων των Logistics να γίνεται κορυφαία πρακτική προτεραιότητας για τις εταιρείες, προκειμένου να επιτευχθεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, σε μια όλο και περισσότερο περιβαλλοντικά ευαίσθητη αγορά.

Πράσινη διαχείριση της αλυσίδας εφοδιασμού
Η ευαισθητοποίηση σε σχέση με τις αρνητικές εξωτερικές επιδόσεις στα πράσινα logistics γεννά την έννοια της Πράσινης ή Βιώσιμης διαχείρισης της αλυσίδας εφοδιασμού. Βασίζεται στην αναγνώριση ότι η περιβαλλοντική επίπτωση μιας μεμονωμένης επιχείρησης εκτείνεται πέρα από τα εταιρικά της όρια. Ειδικότερα, περιλαμβάνει την εξέταση των επιπτώσεων της εξόρυξης πρώτων υλών, της διανομής, της λειτουργίας και της διάθεσης σε όλη την εφοδιατική αλυσίδα.

Οι πηγές μπορούν να εντοπιστούν, κυρίως, σε δύο λειτουργικές περιοχές που οι περιβαλλοντικές αρμοδιότητες των εταιρειών συνδέονται με εξωτερικές υπηρεσίες: την πράσινη αγορά/προμήθεια και τα αντίστροφα logistics.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα πρέπει να θεωρούνται σωρευτικά κατά τα στάδια του κύκλου ζωής των, ώστε να αποφευχθεί η μετατόπιση των δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων από το ένα στάδιο του κύκλου ζωής σε άλλο.

Το σύστημα των πράσινων logistics πρέπει να περιλαμβάνει πράσινα: διαχείριση, σύστημα πληροφοριών, εφοδιασμό, παραγωγή, μεταφορά, διανομή, συσκευασία, επεξεργασία πράσινης διανομής και ανακύκλωση απορριμμάτων ή/και αποβλήτων. Με άλλα λόγια, ολόκληρη η αλυσίδα εφοδιασμού πρέπει να είναι πράσινη.

Στο πλαίσιο των πράσινων logistics, η επιτυχής ολοκλήρωση χρειάζεται στενή συνεργασία πολλών τμημάτων, όπως κυβερνητικών, δημόσιων, δημοτικών και εταιρικών οντοτήτων. Εάν υπάρχει μόνο έμφαση σε ένα ή δύο από αυτά τα μέρη σε ολόκληρο το σύστημα, τα πράσινα logistics δεν θα επιτευχθούν. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν είναι ένα απομονωμένο σύστημα και χρειάζονται ανταλλαγή πληροφοριών και ενέργειας με τα εξωτερικά μέρη.

 

Βήματα αποτελεσματικής δημιουργίας πράσινων αλυσίδων εφοδιασμού
Οι εταιρίες που θέλουν να εφαρμόσουν μια πράσινη αλυσίδα εφοδιασμού, πρέπει να εξετάσουν την:
-Χρήση των στρατηγικών που βασίζονται στη συμμόρφωση, που υποστηρίζουν τη γενική κάλυψη των βασικών περιβαλλοντικών απαιτήσεων σε όλους τους προμηθευτές.
-Ευθυγράμμιση των στόχων της αλυσίδας εφοδιασμού για την μείωση της ρύπανσης και την αύξηση της αποτελεσματικότητα.
-Μεταφορά περιβαλλοντικών καινοτομιών ή τεχνολογιών από πελάτες προς προμηθευτές.
-Συνεργασία και άμιλλα μεταξύ των επιχειρήσεων για την ανάπτυξη συστημάτων ανακύκλωσης ή ανακύκλωσης κλειστού βρόχου.

Η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος της Ευρωπϊκής Ενωσης (ΕΕ) συστήνει βασικά βήματα για την εφαρμογή μιας πράσινης αλυσίδας εφοδιασμού. Αυτά είναι:
-Εντοπίστε το κόστος
-Προσδιορίστε τις ευκαιρίες (μείωση του κόστους, δημιουργία ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων).
-Υπολογίστε τα οφέλη και αποφασίστε, εφαρμόστε και παρακολουθήστε τις αλλαγές που απαιτούνται στην εξέλιξη των πράσινων αλυσίδων εφοδιασμού.
-Επιλέξτε προληπτικές περιβαλλοντικές στρατηγικές για την προώθηση βελτιωμένων επιδόσεων.
-Μελετήστε, γιατί οι μελέτες υποδεικνύουν ότι οι περιβαλλοντικά προληπτικές εταιρίες έχουν χαμηλότερες δαπάνες που σχετίζονται με τη ρύθμιση και είναι περιβαλλοντικά προνοητικές, πράγμα, που τις οδηγεί σε νέες ευκαιρίες που δημιουργούνται από τα «καθαρά προϊόντα και διαδικασίες» .
-Εξετάστε τους πολλαπλούς δεσμούς μηχανισμών μεταξύ περιβαλλοντικών επιδόσεων & απόδοσης της επιχείρησης.
-Εξοικονομήστε χρήματα μέσω της ΄πράσινης΄ επιμελητείας.
-Αλλάξτε το εύρος των ενεργειών στην αλυσίδα από την αρχική πώληση σε εκείνη της συνολικής ζωής χρήσης του προϊόντος, όχι μόνο λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη χρήση του (αντί της παραγωγής και της διανομής, μόνο), αλλά, επίσης, και, λόγω της μελλοντικής ροής της επιστροφής.
-Επεκτείνετε το πεδίο των δράσεων πέρα από την αρχική τους ζωή σε μια δεύτερη και τρίτη ζωή.
-Προβάλλετε το συστημα του κύκλου ζωής του περιβάλλοντος.

Θέματα Πράσινων Προϊόντων
Τα θέματα αυτά σχετίζονται με: (i) το σχεδιασμό των πράσινων προϊόντων, (ii) τις πράσινες αγορές και (iii) την πράσινη κατασκευή.

Ο Σχεδιασμός πράσινου προϊόντος: Επικεντρώνεται στις διαδικασίες παραγωγής που υιοθετούν φιλικές προς το περιβάλλον προδιαγραφές, περιλαμβάνει: προϊόντα κατασκευασμένα από ανακυκλωμένα ή μεταποιημένα υλικά, που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν και να ανακατασκευαστούν, με φιλική προς το περιβάλλον συσκευασία, κατασκευασμένα από οργανικά συστατικά και τον εντοπισμό της βέλτιστης ακολουθίας συναρμολόγησης κατά το σχεδιασμό του προϊόντος προκειμένου να είναι σε θέση να ακολουθεί τους ρυθμιζόμενους ρυθμούς ανάκτησης με οικονομικό τρόπο στην αντίστροφη εφοδιαστική.
Στη βάση αυτή, πολυάριθμες πολυεθνικές εταιρίες έχουν επανασχεδιάσει τις γραμμές παραγωγής τους, προσθέτοντας πράσινα χαρακτηριστικά στα προϊόντα τους.

Η Πράσινη αγορά: Βασικές πτυχές των πράσινων αλυσίδων εφοδιασμού είναι να βελτιώσουν ταυτόχρονα τις οικονομικές και περιβαλλοντικές επιδόσεις σε όλες τις αλυσίδες, δημιουργώντας μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ αγοραστή και προμηθευτή.
Η πρακτική αυτή περιλαμβάνει την επιλογή των προμηθευτών της αλυσίδας εφοδιασμού, των προμηθευτών πρώτων υλών, εξαρτημάτων και συστημάτων βάσει περιβαλλοντικών προτύπων και οικολογικών σημάτων.

Στόχος της είναι η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών στα πράσινα προϊόντα, η αύξηση της ζήτησής τους και η παρακίνηση του κλάδου να υιοθετήσει πιο οικολογικές διαδικασίες παραγωγής και διανομής. Πολλοί ερευνητές έχουν παρατηρήσει ότι η συνεργασία σε σχέση με περιβαλλοντικά ζητήματα μεταξύ των προμηθευτών και της εταιρείας (ή του πελάτη) σε μια αλυσίδα εφοδιασμού έχει σημαντική επίδραση στην υιοθέτηση φιλικών προς το περιβάλλον πρακτικών από όλους τους ενδιάμεσους αντισυμβαλλομένους.

Η Πράσινη κατασκευή: Ενσωματώνει τη χρήση, περιβαλλοντικά, αποδοτικών υλικών παραγωγής και τεχνολογιών λογισμικού που ελαχιστοποιούν την κατανάλωση ενέργειας και τα απόβλητα.
Γενικά, η ρύπανση & τα απόβλητα αντιπροσωπεύουν μια χρήση της πρώτης ύλης ελλιπή και αναποτελεσματική. Η ανάλυση της πράσινης εφοδιαστικής αλυσίδας παρέχει την ευκαιρία να ανασκοπεί τις διαδικασίες τα υλικά και τις επιχειρησιακές έννοιες και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

Όπως συμβαίνει με τα προγράμματα συνεχούς βελτίωσης, οι στόχοι της πράσινης εφοδιαστικής αλυσίδας είναι:

Βελτίωση της πράσινης διαδικασίας: Οι πράσινες πρακτικές μεταφοράς/διανομής περιλαμβάνουν: πράσινο σχεδιασμό δικτύου, χρήση οχημάτων και εξοπλισμού μεταφοράς αποδοτικών ως προς το καύσιμο καθώς επίσης και εφαρμογή βελτιωμένης αεροδυναμικής στα οχήματα, αύξηση των ποσοστών χρήσης οχημάτων και μείωση των κενών αποδόσεων, εφαρμογή λογισμικού δρομολόγησης και προγραμματισμού οχημάτων με χαμηλή κατανάλωση καυσίμου.

Σχεδιασμός πράσινου δικτύου: Το σχέδιο πράσινου δικτύου εξετάζει τις επιπτώσεις των αποφάσεων που σχετίζονται με την τοποθεσία των κέντρων διανομής και των εγκαταστάσεων παραγωγής στην συστήματα μεταφοράς για εκπομπές αέριων ρύπων. Για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, λειτουργώντας ένα κέντρο διανομής δίπλα σε κάθε σημείο ζήτησης, ο προγραμματιστής της αλυσίδας εφοδιασμού ελαχιστοποιεί τις αποστάσεις που διανύθηκαν με το μη αποδοτικό φορτηγό μεταφοράς.
Αυτό με τη σειρά του ελαχιστοποιεί το ποσό των εκπομπών ρύπων που δημιουργούνται στο σύστημα. Με την υιοθέτηση της πρακτικής της κοντινής παραγωγής, που περιλαμβάνει την εκτέλεση ενός μέρους των διαδικασιών παραγωγής κοντά στις αγορές εξυπηρέτησης, ελαχιστοποιεί την ποσότητα των εκπομπών που παράγονται από τις μεταφορές σε σύγκριση με την πρακτική της απομόνωσης που συνεπάγεται την παραγωγή σε απομακρυσμένες τοποθεσίες και, έτσι, μεταφορές σε μακρύτερες αποστάσεις.

Πράσινη Μεταφορά και Διανομή: Ενεργειακά αποδοτικός στόλος και εξοπλισμός μεταφορών: Επιλογή λειτουργίας: ποια λειτουργία είναι πιο φιλική προς το περιβάλλον; Τρόποι μεταφοράς: Φορτηγό, σιδηρόδρομος, φορτηγίδα, πλοίο ή αεροπλάνο. Η φορτηγίδα και σιδηροδρομική γραμμή είναι κάπως πιο φιλικές προς το περιβάλλον από ό,τι το φορτηγό και αεροπλάνο.

Ευθυγράμμιση των κυβερνητικών ενεργειών της ΕΕ: Βελτίωση των σιδηροδρόμων, μείωση των φορτηγών και εφαρμογή αυστηρότερων προτύπων. Η χρήση προηγμένων προτύπων και υβριδικών βαρέων φορτηγών και φορτηγών μεταφοράς ελαχιστοποιεί σημαντικά, μέσω των τεχνολογιών προηγμένης καύσης και συνεπώς μειωμένης κατανάλωσης ενέργειας, την ποσότητα εκπομπής αιωρούμενων σωματιδίων, υδρογονανθράκων και οξειδίων αζώτου (NOx).
Επιπλέον, η μείωση της κατανάλωσης καυσίμου θα μπορούσε να επιτευχθεί και με το σχεδιασμό του αεροδυναμικού οχήματος. Παραδείγματα ενεργειακού στόλου και εξοπλισμού μεταφοράς: Τα μεγάλα πλοία μεταφοράς που χρησιμοποιούν λιγότερο καύσιμο ανά εμπορευματοκιβώτιο από ό,τι τα μικρότερα όταν φορτώνονται πλήρως.

Αύξηση ποσοστών χρήσης οχημάτων και μείωση των κενών επιστροφών: Αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί μέ: εφαρμογή των συστημάτων καθορισμένων ημερών από τους προμηθευτές, συνεργασία μεταξύ των χρηστών μεταφορών, εφαρμογή αποτελεσματικών τεχνικών συσκευασίας και μεταφορά αντιστρεπτών ροών εφοδιαστικής.

Αποτελεσματικός και αποδοτικός προγραμματισμός της κίνησης των οχημάτων: Ενα μεγάλο μέρος της μεταφοράς και διανομής των εμπορευμάτων πραγματοποιείται από χερσαία οχήματα. Το πρόβλημα της οργάνωσης και της δρομολόγησης ενός στόλου με τρόπο που μειώνει το κόστος μεταφοράς και βελτιώνει το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών είναι γνωστό ως πρόβλημα δρομολόγησης και προγραμματισμού οχημάτων. Υπάρχει μια ποικιλία πακέτων λογισμικού που παρέχουν δρομολόγια και χρονοδιαγράμματα, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται σημαντική εξοικονόμηση κόστους (από 5 έως 20%) του παγκόσμιου κόστους μεταφοράς.
Αυτή η εξοικονόμηση κόστους οφείλεται κυρίως στη μείωση των περιττών διαδρομών που μπορεί να οδηγήσει στη μείωση της κατανάλωσης καυσίμων και συνεπώς στην μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Επιπλέον, οι δύσκολες διαδρομές προγραμματίζονται για μια ώρα της ημέρας, όπου οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα ελαχιστοποιηθούν.
Η μείωση των εκπομπών των επαγγελματικών οχημάτων αποτελεί βασικό μέλημα πολλών εταιρειών, που προσπαθούν να βρουν τρόπους για να μειώσουν το αποτύπ Τα προγράμματα εκπαίδευσης οδηγών έχουν δείξει ότι βελτιώνουν την απόδοση καυσίμου κατά 8-10%. Η αποτελεσματικότητα των καυσίμων μπορεί να επηρεαστεί και από άλλους παράγοντες, όπως: αφήνοντας άσκοπα τον κινητήρα σε αναμονή, παραλείποντας τον έλεγχο στις πιέσεις των ελαστικών και μη αναφέροντας προβλήματα κινητήρα ή διαρροές λαδιού, οι οδηγοί χάνουν πολύ καύσιμα.

Δημιουργία πράσινων εγκαταστάσεων: Οι πράσινες εγκαταστάσεις ενσωματώνουν τις πρακτικές που στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκύπτουν από τις επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, ενσωματώνουν τις πρακτικές, όπως: διατήρησης της ενεργειακής απόδοσης της εγκατάστασης (θερμοκρασία& βελτίωση αποτελεσματικότητας του φωτισμού), βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των μηχανικών διαδικασιών χειρισμού. Οι πρακτικές αυτές συνεπάγονται για: Αερολιμένες - μείωση του θορύβου, ενεργειακές ανάγκες, ρύπανση. Αποθήκες /Κτίρια - μείωση των ενεργειακών αναγκών και της ρύπανσης. Πύλες εισόδου- μείωση των εκπομπών λιμένων, μείωση της σκόνης, θόρυβος: π.χ. τα πλοία χρησιμοποιούν ρεύμα τοίχου (ψυχρό σίδερο) αντί των δικών τους κινητήρων σε λιμένες. Επίσης, προστασία της φύσης με βιομηχανικά πάρκα και ανάπτυξη δρόμων, λαμβάνοντας υπόψη τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και δημιουργία ζωνών αντιστάθμισης φύσης.

Εξοικονόμηση ενέργειας: Το καύσιμο, το πετρέλαιο ή το αέριο είναι η κύρια πηγή θέρμανσης μιας εγκατάστασης ενώ η ηλεκτρική ενέργεια για ψύξη. Η έκταση της ενέργειας που καταναλώνεται καθορίζεται κυρίως από: τη θερμοκρασία που απαιτείται για τη διατήρηση των αποθηκευμένων προϊόντων σε ικανοποιητική κατάσταση.
Αυτό μπορεί να απαιτεί προσπάθειες για τη διατήρηση των μέγιστων ή ελάχιστων επιπέδων θερμοκρασίας, καθώς, και τον έλεγχο της υγρασίας, της θερμοκρασίαςτου περιβάλλοντος του εσωτερικού χώρου της εγκατάστασης, έτσι ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να εκτελούν την εργασία τους άνετα και σε συνάρτηση με την έκταση των φυσικών απαιτήσεων των καθηκόντων που αναλαμβάνουν.

Βελτιστοποίηση της ενεργειακής απόδοσης του εξοπλισμού χειρισμού: Προκειμένου να επιτευχθεί ταχεία και πυκνή κίνηση των αγαθών, όλες οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούν ένα φάσμα διαφόρων μηχανικών εξοπλισμών όπως: (i) ανυψωτήρες περόνης, για εκφόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου ή του τρόπου μεταφοράς και (ii) διαφορετικά υψη των επιπέδων στάθμευσης των φορτηγών για την εκφόρτωση του φορτίου στο κέντρο διανομής.
Ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος του μηχανικού εξοπλισμού χειρισμού που χρησιμοποιείται σε μια εγκατάσταση θα μπορούσε να ελαχιστοποιηθεί με: τη χρησιμοποίηση μονάδων ισχύος εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιούν συνδυασμούς βιοντίζελ ή εναλλακτικών καυσίμων μαζί με τεχνολογίες κυψελών υδρογόνου για τους περονοφόρους και τη χρήση συστημάτων υψηλής συχνότητας, ταχείας φόρτισης και μπαταριών ευκαιριακής φόρτισης. Η φόρτιση ευκαιρίας μπορεί να λάβει μια μορφή ταχείας φόρτισης κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων για καφέ και σύντομων λειτουργικών διακοπών ή άμεσης φόρτισης από υβριδικούς κινητήρες που τροφοδοτούνται με ενέργεια, που παράγεται κατά την τροχοπέδηση ή την εκφόρτωση των περονοφόρων οχημάτων μέσω του υδραυλικού συστήματος , απευθείας στη μπαταρία. 

Η έννοια των Πράσινων Μεταφορικών Διαδρόμων
Οι πράσινοι διάδρομοι μεταφορών προάγουν την ανάπτυξη ενός συστήματος μεταφορών πιο πράσινου προσανατολισμού. Και, παρέχουν τις πιο φιλικές προς το περιβάλλον, βιώσιμες, αποτελεσματικές και ασφαλέστερες συνδέσεις για τις εμπορευματικές μεταφορές στην Ευρώπη.
Η έννοια των διαδρόμων μεταφοράς χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση της εμπορευματικής κίνησης μεταξύ μεγάλων κόμβων και από σχετικά μεγάλες αποστάσεις μεταφοράς.
Σε αυτούς τους διαδρόμους, η βιομηχανία θα ενθαρρυνθεί να στηριχθεί στην προηγμένη τεχνολογία προκειμένου να αντιμετωπίσει την αύξηση του όγκου της κυκλοφορίας, προωθώντας παράλληλα την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την ενεργειακή απόδοση.
-Οι πράσινοι διάδρομοι μεταφορών θα αντικατοπτρίζουν μια ολοκληρωμένη ιδέα μεταφορών στην οποία οι θαλάσσιες μεταφορές μικρών αποστάσεων, οι σιδηροδρομικές μεταφορές, οι εσωτερικές πλωτές οδοί και οι οδικές αρτηρίες αλληλοσυμπληρώνονται για να καταστεί δυνατή η επιλογή φιλικών προς το περιβάλλον μεταφορών
-Θα διαθέτουν επαρκείς εγκαταστάσεις μεταφόρτωσης σε στρατηγικές τοποθεσίες (όπως διεθνείς λιμένες, λιμένες εσωτερικής ναυσιπλοΐας, σταθμοί διαλογής και άλλα σχετικά τερματικά και εγκαταστάσεις Logistics) και με σημεία παροχής αρχικά για τα βιοκαύσιμα και αργότερα για άλλες μορφές πράσινης προώθησης. Οι πράσινοι διάδρομοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να πειραματιστούν με φιλικές προς το περιβάλλον, καινοτόμες μονάδες μεταφοράς.
-Οι «πράσινοι» διάδρομοι μεταφοράς εμπορευμάτων θα πρέπει να επιτρέπουν δίκαιη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στους διαδρόμους και τις εγκαταστάσεις μεταφόρτωσης ως προϋπόθεση για τη συντροπικότητα.
-Οι περιορισμοί πρόσβασης στην αγορά για τερματικές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων, σε λιμένες μπορούν να έχουν αντίκτυπο στους πελάτες αυτών των εγκαταστάσεων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διασφαλιστεί η ανοικτή και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των φορέων εκμετάλλευσης και των πελατών αυτών των εγκαταστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης.



Αντίστροφα (Reverse) Logistics
Ονομάζοντα οι δραστηριότητες logistics που σχετίζονται με την ανάκτηση αξίας σε απορριφθέντα ή επιστραφέντα προϊόντα. Είναι απαραίτητα για τις εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου. Αρκετοί πάροχοι υπηρεσιών logistics προσφέρουν τώρα καλές λύσεις και βέλτιστες πρακτικές.

Η ανακύκλωση των προϊόντων στο τέλος του κύκλου ζωής τους μπορεί να οδηγήσει σε πολύτιμα υλικά, όπως σπάνιων πολύτιμων μετάλλων.

Ετσι, έχουν επιστροφές: στην κατασκευή (επαναχρησιμοποίηση, πλεονάζοντα υλικά, προϊόντα που απομένουν), στη διανομή: αναπροσαρμογές αποθεμάτων, εσφαλμένες παραδόσεις, είδη διανομής όπως συσκευασία, δοχεία κ.λπ., ανάκτηση προϊόντων, αχρησιμοποίητα ανταλλακτικά από συντήρηση μηχανών, από τους πελάτες (επιστροφές εγγύησης, επισκευές, επιστροφές στο τέλος χρήσης και στο τέλος του κύκλου ζωής τους).

Επιπλέον, έχουν οικονομική σημασία: με την ανάκτηση της αξίας των επιστραφέντων στοιχείων, την απόκτηση δύσκολων και σπάνιων εξαρτημάτων και ακατέργαστων υλικών και φθηνότερη παραγωγή (γυαλί, χαρτί))

Η διαχείριση ανάκτησης προϊόντων περιλαμβάνει τη διαχείριση όλων των χρησιμοποιημένων και απορριπτόμενων προϊόντων, εξαρτημάτων και υλικών για την ανάκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων προϊόντων οικολογικής και οικονομικής αξίας και, συνεπώς, για τη μείωση των ποσοτήτων των παραγόμενων αποβλήτων. Περιλαμβάνει 5 επιλογές ανάκτησης προϊόντων: (i) επισκευή, (ii) ανακαίνιση, (iii) επανακατασκευή, (iv) αποκομιδή και (v) ανακύκλωση.

Η διαχείριση αποβλήτων περιλαμβάνει την προεπεξεργασία των αποβλήτων. η προεπεξεργασία πραγματοποιείται όταν τα απόβλητα έχουν περάσει από μια δοκιμή τριών σημείων στην οποία έχουν ικανοποιηθεί και τα τρία. Πιο συγκεκριμένα: (i) Πρέπει να είναι μια φυσική, θερμική, χημική ή βιολογική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της μηχανικής διαλογής. (ii) Πρέπει να μεταβάλει τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων. (iii) Πρέπει να μειώνει τον όγκο ή τον επικίνδυνο χαρακτήρα ή να διευκολύνει το χειρισμό ή να ενισχύει την ανάκτησή.

Η επαναχρησιμοποίηση είναι μια στρατηγική που εξαλείφει τα απόβλητα, μειώνει το κόστος διάθεσης αποβλήτων και εξοικονομεί ενέργεια και υλικά. Πρόκειται για λήψη χρήσιμων προϊόντων, όπως τα έπιπλα, τα βιβλία και οι συσκευές, που απορρίπτονται από εκείνους που δεν θέλουν πλέον ή δεν χρειάζονται και αναδιανέμουν σε όσους τα θέλουν.

Σε αντίθεση με την ανακύκλωση, που ανακτά τα υλικά για επεξεργασία, η επαναχρησιμοποίηση ανακτά το αρχικό προϊόν. Η επαναχρησιμοποίηση, επομένως, κυρίως αφορά τη συλλογή και την ανακατανομή των αγαθών.

Οι επιστροφές προϊόντων αποτελούν αυξανόμενη ανησυχία για τη βιομηχανία. Οι λιανοπωλητές μπορούν να έχουν ποσοστά επιστροφής που υπερβαίνουν το 10% των πωλήσεων

Ηλεκτρονικό Εμπόριο (E-commerce)

Η έκρηξη της πληροφόρησης οδήγησε σε νέες διαστάσεις το λιανικό εμπόριο. Μία από τις πιο δυναμικές αγορές είναι το ηλεκτρονικό εμπόριο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας εφοδιασμού με απρόσκοπτη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ προμηθευτών, γραμμών συναρμολόγησης και μεταφορέων.

Ακόμη και αν για τους διαδικτυακούς πελάτες υπάρχει μια εμφάνιση μιας κίνησης χωρίς κίνηση, οι διανομές που οι δραστηριότητες διανομής που επωφελήθηκαν περισσότερο από το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι οι εταιρίες διανομής που βασίζονται αποκλειστικά σε φορτηγά και αεροπορικές μεταφορές.

Οι τεχνολογίες της πληροφορίας που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό εμπόριο που εφαρμόζονται στην εφοδιαστική αλυσίδα μπορούν προφανώς να έχουν θετικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, οι συνέπειες του ηλεκτρονικού εμπορίου στα Green Logistics είναι ελάχιστα κατανοητές. Ωστόσο, το ηλεκτρονικό εμπόριο γίνεται πιο αποδεκτό και χρησιμοποιείται, αλλάζει τα συστήματα φυσικής διανομής.

Το νέο σύστημα βασίζεται σε μεγάλες αποθήκες που βρίσκονται εκτός των μητροπολιτικών περιοχών από όπου μεγάλες ποσότητες μικρών δεμάτων αποστέλλονται με φορτηγά. Διαχωρίζει τη διανομή λιανικής πώλησης και αντιστρέφει την τάση προς την ενοποίηση που χαρακτήριζε νωρίτερα το λιανικό εμπόριο.

Στο παραδοσιακό σύστημα, ο αγοραστής επιβαρύνθηκε με το κόστος της μεταφοράς των αγαθών από το κατάστημα στο σπίτι, αλλά με το ηλεκτρονικό εμπόριο αυτό το τμήμα της αλυσίδας εφοδιασμού πρέπει να ενσωματωθεί στη διαδικασία διανομής εμπορευμάτων. Το αποτέλεσμα πιθανώς συνεπάγεται περισσότερη συσκευασία και περισσότερους τόνους /km μεταφερόμενων εμπορευμάτων, ιδίως σε αστικές περιοχές.

Συμπεράσματα
Η πράσινη εφοδιαστική διαχειρίζεται τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπου συμβαίνουν, ιδανικά πριν εμφανιστούν.

Οι βέλτιστες πρακτικές επικεντρώνονται στην επιχειρηματική και όχι στην κοινωνική αξία που δημιουργεί η πράσινη εφοδιαστική αλυσίδα.

Oι βασικοι άξονες είναι:
-Ευθυγραμμίστε τους στόχους της αλυσίδας εφοδιασμού με τους επιχειρηματικούς στόχους.
-Αξιολογήστε την αλυσίδα εφοδιασμού ως ένα ενιαίο σύστημα κύκλου ζωής
-Χρησιμοποιήστε την περιβαλλοντική ανάλυση ως καταλύτη για την καινοτομία.
-Εστιάστε στη μείωση των πηγών των αποβλήτων για τη μείωσή τους.

Η ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών ανησυχιών στο σχεδιασμό του δικτύου της αλυσίδας εφοδιασμού αποτελεί πλέον πραγματικότητα για πολλές επιχειρήσεις παγκοσμίως. Η υιοθέτηση πράσινων πρακτικών δεν θα επηρεάσει μόνο τις επιχειρήσεις που υιοθετούν την πολιτική αλλά και τους πελάτες και τους προμηθευτές.

Η νέα παγκόσμια τάση προς την ολιστική αντιμετώπιση του κόστους της αλυσίδας εφοδιασμού και των περιβαλλοντικών επιδόσεων της, γίνεται μια πρακτική κορυφαίας προτεραιότητας των εταιριών προκειμένου να επιτευχθεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε μια όλο και περισσότερο περιβαλλοντικά ευαίσθητη αγορά.

Με άλλα λόγια οι πράσινες πρακτικές που εξισορροπούν την αποδοτικότητα με την περιβαλλοντική απόδοση θα αποτελέσουν ακρογωνιαίους λίθους της βιωσιμότητας, της ανταγωνιστικότητας και της αναπτυξιμότητας όλων των εταιριών.

Πηγές:
1. Θέματα Διοικητικής Μηχανικής Υποστηρικτικής Επιμελητείας, Αναστάσιος Μπασαράς, 2020
2. The development of green logistics for implementation sustainable development strategy in companies Oksana Seroka-Stolka, Czestochowa University of Technology
3. Green Logistics: Improving the Environmental Sustainability of Logistics Second Edition
4. by Alan McKinnon (Editor), Michael Browne (Editor), Anthony Whiteing (Editor)
5. Green Logistics and Transportation A Sustainable Supply Chain Perspective, Editors: Fahimnia, B., Bell, M., Hensher, D., Sarkis, J. (Eds.)
6. The importance of Green Logistics for the environmental and economic sustainability of the firms
7. Tsatalis Athanasios, SCHOOL OF ECONOMICS, BUSINESS ADMINISTRATION & LEGAL STUDIES, A thesis submitted for the degree of Master of Science (MSc) in Management, 2018
8. Green Logistics, Ο Ρόλος τους στην Εξαγωγή Ελαιολάδου, ΣοφίαΤσακαλίδου, Διπλωματική Εργασία ΑΠΘ, 2010

*Το θέμα αυτό έχει γραφεί στο πλαίσιο της θεματολογίας της 1ης Επιτροπής του ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ..

Θα ακολουθήσουν τα θέματα:
Συνοπτική Ιστορία της Εξέλιξης της Επιμελητείας
Στρατηγική και Επιμελητεία
Επιμελητεία και Μη Επανδρωμένα Συστήματα (Logistics and Drones)
Επιμελητεία και Τεχνητή Νοημοσύνη (Logistics and Artificial Intelligence)

Απαντα τα θέματα θα παρουσιαστούν σε διαλέξεις του Ινστιτούτου από τον Οκτώβριο του 2020.

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

on Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021. Posted in Μελέτες, Εθνική Στρατηγική

Του ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ- Αντιστράτηγου ε.α., Διευθυντή Μελετών ΕΛΙΣΜΕ

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

(19 Μαρτίου 2021)

Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου ήταν το πρόσφατο εύστοχο άρθρο του Αντιστρατήγου ε.α. Γκαρτζονίκα Παναγιώτη που δημοσιεύτηκε στο SLPress με τίτλο «Ούτε Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ούτε στρατιωτική παιδεία αλλά από διδακτορικά…»[1] Απολύτως ορθή η βασική επισήμανση του ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στρατιωτικής σκέψεως[2] και ειδικά στις περιοχές της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης. Το έλλειμμα αυτό είναι συνέπεια της ανυπαρξίας αμυντικών σπουδών,[3] είτε στους φυσικούς τους χώρους, τα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων, είτε στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.[4] Το κενό αυτό έχει προκαλέσει μάλιστα μια ανισσόροπη αύξηση των διεθνών σπουδών, που παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα τους, τείνει να εκτοπίσει το ενδιαφέρον από τις ήδη παραμελημένες «καθαρές αμυντικές σπουδές» (ας μας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε τον αδόκιμο αυτό όρο). Ως γνωστόν, η φύση απεχθάνεται οποιαδήποτε κενά και ο συγγενής χώρος της υψηλής στρατηγικής, υπό την μορφή των σπουδών των διεθνών σχέσεων, κινήθηκε γρήγορα και υπερκάλυψε την περιοχή της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής σκέψης, χωρίς φυσικά να μπορεί να δώσει τις απαιτούμενες λύσεις και απαντήσεις.

          Αναμφίβολα για την κατάσταση αυτή την μέγιστη ευθύνη έχουν οι επαγγελματίες της άμυνας ως άτομα και ως θεσμική οργάνωση (ένοπλες δυνάμεις). Οι λόγοι που οδήγησαν το στράτευμα στην υστέρηση αυτή χρήζουν εξέτασης καθώς μόνο μέσω του εντοπισμού των αιτίων μπορούν να αναληφθούν οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις. Προς αποφυγή οποιαδήποτε παρεξηγήσεως, οι αναφορές μου -και πολλών άλλων συναδέλφων-  σε υστέρηση της στρατιωτικής σκέψης δεν υποβαθμίζουν με κανένα τρόπο την αποτελεσματικότητα και αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων. Ούτε προδικάζουν μια ενδεχόμενη αρνητική εξέλιξη σε περίπτωση σύγκρουσης. Απλά εκτιμάται ότι η ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης σε όλες τις βαθμίδες θα επιτρέψει την καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού και μέσων, μέσα από την συνεχή αναθεώρηση των στρατιωτικών δογμάτων με συνέπεια την αύξηση της αποτρεπτικής αλλά και μαχητικής ισχύος. Για να διασαφηνίσουμε, ως δόγμα, σύμφωνα και με τη στρατιωτική ορολογία, εννοούμε τις θεμελιώδεις εκείνες αρχές με βάση τις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις κατευθύνουν τις ενέργειες τους για την επίτευξη των αντικειμενικών στόχων.[5] Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές είναι δεσμευτικές (ενίοτε φαινομενικά αντικρουόμενες) αλλά η εφαρμογή τους απαιτεί ορθή κρίση, που αποτελεί και την πεμπτουσία της στρατηγικής σκέψης και τέχνης σε όλα τα επίπεδα.

Για ποιους όμως λόγος, το στράτευμα, ένας αξιοκρατικός -σε μεγάλο βαθμό θεσμός- με συνεχή επιμόρφωση των στελεχών του και ακολουθώντας πρότυπα πετυχημένων ξένων δυνάμεων έχει αποτύχει στην ανάπτυξη αυτοφυών αμυντικών σπουδών;[6] Εντύπωση  προκαλεί η υστέρηση ειδικά αν ληφθεί υπόψη η σχετικά πλουσιότερη παρουσία ελληνικών στρατιωτικών συγγραμμάτων αλλά και η εντυπωσιακή πρωτοποριακή χρήση νέων οπλικών συστημάτων και τακτικών στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.  Τα αρχικά αίτια της υστέρησης μάλλον θα πρέπει να αναζητηθούν στη λήξη της πολυτάραχης δεκαετίας 1940-49. Τα  εφιαλτικά χρόνια που ακολούθησαν την ελληνική εποποιία της Βορείου Ηπείρου κατέστησαν πρακτικά αδύνατες οποιαδήποτε θεωρητικές αναζητήσεις και προσεγγίσεις. Το 1945, το στράτευμα, έχοντας αναδημιουργηθεί εκ του μηδενός, αντιμετώπιζε μαζί με το αστικό καθεστώς, προβλήματα επιβίωσης. Μάλιστα ο νεοδημιουργηθείς Στρατός Ξηράς, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δυσκολεύθηκε να εγκαταλείψει το αποτυχημένο δόγμα της «στατικής υπεράσπισης των πάντων» και να προχωρήσει σε ενεργητική αντιμετώπιση των ανταρτών με αποτέλεσμα την επιμήκυνση της σύγκρουσης για έξι τουλάχιστον μήνες.[7] Οι δύο δεκαετίες που ακολούθησαν υπήρξαν απαγορευτικές για αναζητήσεις που ξέφευγαν από το ορθόδοξο δόγμα της διπλής πλέον αποστολής, της εξασφάλισης του έθνους από εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς εχθρούς.[8] Ούτε όμως η τραγική κατάληξη της αδιανόητης αποτυχίας της ελληνικής υψηλής στρατηγικής στην Κύπρο και ο γενικότερος αναπροσανατολισμός των αμυντικών μας προτεραιοτήτων έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στην στρατιωτική σκέψη. Οι τεράστιες δυσκολίες μιας πλήρους αναδιάταξης των Μονάδων από Βορρά προς ανατολάς απορρόφησε όλη την ενεργητικότητα των ενόπλων δυνάμεων. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η έμφυτη αρνητική προδιάθεση που υπάρχει παγκοσμίως στους επαγγελματίες της άμυνας έναντι θεωρητικών διατυπώσεων και στοχασμών, αντιλαμβανόμαστε την απροθυμία -αλλά και θεσμική έλλειψη υποστήριξης- των στελεχών να εντρυφήσουν σε αναζητήσεις πέραν των αναγνωρισμένων και ιεραποστολικά διατυπωμένων δογμάτων.

Ακόμη και η λήξη του ψυχρού πολέμου που συνέπεσε με την πολυδιαφημισθείσα «Revolution in the Military Affairs»[9] δεν υπήρξε ικανή να πυροδοτήσει μια ικανοποιητική εγχώρια στρατηγική σκέψη. Βέβαια οι επικρατούσες στην «Εσπερία» νέες ιδέες σύντομα εισέβαλαν και στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις επηρεάζοντας  αρκετά τις τακτικές χωρίς όμως να μπορέσουν να προκαλέσουν την ανάπτυξη μιας αυτόνομης εθνικής στρατηγικής σκέψης προσαρμοσμένης στα συγκεκριμένα αμυντικά μας προβλήματα.[10] Η έξωθεν εισβολή προήλθε κυρίως από την είσοδο νέων οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, επηρεάζοντας αντίστοιχα τις τακτικές χρησιμοποιήσεως τους στα πεδία των μαχών αλλά με μικρή επίδραση στη στρατηγική σκέψη.

Η εμφάνιση των λεγόμενων «ασύμμετρων απειλών» σε συνδυασμό με τις απειλές συγκρούσεων χαμηλής έντασης, με αποκορύφωμα την κρίση των Ιμίων (1996) επέφεραν μια διστακτική έναρξη θεωρητικών και πρακτικών αναζητήσεων για εξεύρεση λύσεων. Νέες τακτικές υιοθετήθηκαν ενώ αναλήφθηκαν προσπάθειες για την εφαρμογή ενός διακλαδικού δόγματος. Σίγουρα οι προσπάθειες αυτές -σε συνδυασμό με πληθώρα ασυντόνιστων ή καλύτερα μη ολοκληρωμένων[11] προμηθειών οπλικών συστημάτων- συνετέλεσαν στην αύξηση της μαχητικής ισχύος αλλά και πάλι δεν προκάλεσαν μια δυναμική επανεμφάνιση της στρατιωτικής σκέψης.

Στο χρονικό αυτό σημείο παρατηρήθηκε η ασύμμετρη γιγάντωση των διεθνών σπουδών που ανεπιτυχώς προσπάθησαν να καλύψουν και τις αμυντικές σπουδές. Παρά την χρησιμότητα των πρώτων, άθελα τους επέτειναν τη σύγχυση δίδοντας μια λανθασμένη και αχρείαστη υπερβολική εστίαση σε θέματα υψηλής στρατηγικής, συχνά σε επίπεδο πολύ υψηλότερο ακόμη και αυτού που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο Α/ΓΕΕΘΑ της χώρας!

Πλέον όμως των προαναφερθέντων λόγων υστέρησης αυτόνομης στρατιωτικής σκέψης θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ανάπτυξη της είναι πολύ δύσκολη, έως και αδύνατη, όταν δεν είναι συνδεδεμένη με την πρακτική εφαρμογή και τις απορρέουσες εμπειρίες. Η πρακτική εφαρμογή αποκτάται κυρίως στα πεδία των μαχών και δευτερευόντως στα πεδία των ασκήσεων.

Η επί 70 χρόνια ευτυχής (μερική) αποχή από πολεμικές εμπλοκές σίγουρα συντέλεσε με την έλλειψη πολεμικών εμπειριών, στην αδυναμία παραγωγής αυτόφωτης στρατιωτικής σκέψης. Δυστυχώς, η πολύτιμη αποκτηθείσα εμπειρία το 1974 στη Μεγαλόνησο δεν έτυχε της δέουσας αξιοποίησης καθώς συνδέθηκε με μια  ατυχή στιγμή για την οποία κανείς δεν ήθελε να μιλάει.  Το ίδιο το στράτευμα ελάχιστα αξιοποίησε τα στελέχη που συμμετείχαν στους αγώνες και οι ελάχιστες μελέτες που συνετάχθησαν, καλύφθηκαν (και εξακολουθούν να καλύπτονται) υπό το πέπλο του «εθνικού απορρήτου». Υπό άλλες συνθήκες και σε άλλα κράτη,[12] τα γεγονότα της Κύπρου θα είχαν αποτελέσει τη βάση για την ενδελεχή εξέταση των αιτίων της αποτυχίας της ελληνικής στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης. Παραταύτα και παρά τις πραγματικές τραγικές συνθήκες, αρκετές Μονάδες αντεπεξήλθαν με επιτυχία τις τακτικές προκλήσεις των συγκρούσεων αφενός χάρη στον ηρωισμό του προσωπικού και αφετέρου στις ορθές τακτικές επιλογές των διοικητών και μικρών ηγητόρων τους. Αστοχίες, πάντοτε παρούσες στις πολεμικές αναμετρήσεις, δεν έτυχαν εξέτασης και ουδέποτε τα συμπεράσματα τους κατέστησαν κτήμα του σώματος των αξιωματικών μέσω συστηματικής διδασκαλίας στις διάφορες στρατιωτικές σχολές. Σχεδόν μηδενική υπήρξε και η παραγωγή συγγραμμάτων αξιολόγησης των γεγονότων και εξαγωγής αξιοποιήσιμων στρατιωτικών συμπερασμάτων. Τυχόν συμπεράσματα που ανέκυψαν παρέμειναν γνωστά στα υψηλότατα μόνο επίπεδα των στρατιωτικών ηγεσιών και φυσικά συμπεριλήφθησαν στους αντίστοιχους σχεδιασμούς. Δεν προκλήθηκε όμως αξιόλογη και καινοτόμος συζήτηση στα εξειδικευμένα και φλέγοντα θέματα της εποχής, για παράδειγμα στην άμυνα νήσων καίτοι βρίσκονταν σε εξέλιξη μια κοπιώδης και επίμονη προσπάθεια αμυντικής οργάνωσης τους που παρέμεινε προσκολλημένη στα δεδομένα της δεκαετίας του 1970. Χρειάστηκε η κρίση των Ιμίων για να αναζητηθούν νέες μορφές αντίδρασης στις νέες μορφές απειλών.

Απόρροια πολιτικών επιλογών υπήρξε και η αποχή εμπλοκής των ενόπλων δυνάμεων σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου που σε ορισμένο βαθμό θα βοηθούσαν -φυσικά έναντι τιμήματος πολύτιμου αίματος- στην απόκτηση πολεμικών εμπειριών και ευκαιριών εν συνεχεία πυροδότησης διαδικασιών ανάπτυξης στρατιωτικής σκέψης. Θα ξαναεπισημάνω ότι το ζητούμενο δεν είναι η ευημερία της στρατιωτικής σκέψης αυτής καθαυτής ως αφηρημένης επιστήμης αλλά κυρίως η επιτυχής συμβολή της στην αποτροπή του εχθρού και αν αυτό αποτύχει, στην πολεμική συντριβή του με γνώμονα τους πολιτικούς αντικειμενικούς στόχους.

Έχοντας λοιπόν αποκλείσει τις πολεμικές εμπειρίες, ως μοναδική επιλογή εμφανίζεται η ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης μέσα από τον συνδυασμό θεωρητικής αναζήτησης στη βάση ξένων εμπειριών και συγγραμμάτων και τον γόνιμο προβληματισμό κατά τη διάρκεια της τριβής και εξάσκησης των στρατευμάτων μας στα πεδία ασκήσεων. Οι ασκήσεις, τακτικές ασκήσεις μετά ή άνευ στρατευμάτων, αποσκοπούν στην βελτίωση των μαχητικών ικανοτήτων στρατευμάτων και επιτελείων και δοκιμή και βελτίωση των σχεδίων. Παράλληλα αποτελούν και βάσεις πάνω στις οποίες θα πρέπει να αναπτυχθεί γόνιμη αμφισβήτηση σχεδίων αλλά και δογμάτων και ευκαιρία δοκιμής (πετυχημένης ή μη) νέων. Στην ελληνική πραγματικότητα (και όχι μόνο), τουλάχιστον για τον Στρατό Ξηράς, οι ασκήσεις ελάχιστα έχουν συνεισφέρει στην εμφάνιση κειμένων στρατιωτικής στρατηγικής ή επιχειρησιακής τέχνης. Ενδεχομένως η όλη δόμηση των ασκήσεων να βασίζεται στην επαλήθευση των ισχυόντων δογμάτων και στην υιοθέτηση δευτερευουσών βελτιώσεων και όχι στη δημιουργική αμφισβήτηση τους μέσω ριζικών καινοτομιών.

Η παρατεταμένη συνέχιση παρόμοιων μεθοδεύσεων οδηγεί στη δημιουργία μιας προβληματικής κουλτούρας χρήσης των ασκήσεων ως μέσων επιδοκιμασίας κάθε υπάρχοντος δόγματος και σχεδίου (και προβολής των εμπλεκομένων διοικήσεων) παρά ως όργανα δοκιμής, πειραματισμών, ανάπτυξης της πρωτοβουλίας και καινοτόμου σκέψεως. Κάτω υπό αυτούς τους περιορισμούς είναι αδύνατον να υπάρξει ανάπτυξη αυτόφωτης στρατηγικής σκέψεως. Οποιαδήποτε δε πρωτοποριακή γνώμη και πρωτοβουλία θα αντιμετωπίσει την έκδηλη αμηχανία και προτροπή τήρησης των δοκιμασμένων διαδικασιών (στην καλύτερη περίπτωση). Θα ήταν όμως άδικο αν δεν αναγνωρίζαμε το πρόβλημα της παντελούς έλλειψης πεδίων εκπαίδευσης-βολών (ενίοτε και πυρομαχικών εκπαιδεύσεως) με δυνατότητες ρεαλιστικής εκπαίδευσης έστω και δυνάμεως μεγέθους Μονάδος ελιγμού!

 Όμως και τα πολεμικά παίγνια που διεξάγονται αδυνατούν να παρεκκλίνουν από τα υπάρχοντα δόγματα και να επενδύσουν στην αναζήτηση καινοτομιών. Στο Πολεμικό Ναυτικό και Πολεμική Αεροπορία, η κατάσταση είναι εμφανώς καλύτερη καθώς η φύση των όπλων, τα ολιγότερα εμπλεκόμενα οπλικά συστήματα, η σχετική απεραντοσύνη των χώρων εκπαιδεύσεως και τα πολλαπλά μέσα εξομοίωσης προσφέρουν απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες εκτέλεσης και αξιολόγησης δοκιμών διαφορετικών σεναρίων και τακτικών. Παρά ταύτα και οι Κλάδοι αυτοί αντιμετωπίζουν τη δυσκολία της διάχυσης των αποτελεσμάτων των δοκιμών και ασκήσεων στην πλειονότητα των στελεχών τους μέσα από τις προβλεπόμενες εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Αποφασιστικό ρόλο στη δυστοκία παρουσίασης στρατιωτικής σκέψης διαδραματίζει και η υπερβολική μυστικοπάθεια και αποφυγή επισήμανσης των υπαρκτών αρνητικών σημείων υπό το φόβο αποκάλυψης στον εχθρό πιθανών ημετέρων αδυναμιών αλλά και για τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού στις ένοπλες δυνάμεις. Επιπρόσθετα στους υπηρετούντες συναδέλφους  υφίσταται ο υπαρκτός κίνδυνος, η επισήμανση αδυναμιών και η παρουσίαση καινοτόμων ιδεών να θεωρηθεί ως αποδοκιμασία και κριτική έναντι της ηγεσίας και να επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην επαγγελματική τους εξέλιξη.

Με τις παραπάνω -ενδεχομένως μη ορθά ταξινομημένες- σκέψεις έγινε προσπάθεια κατάδειξης των αιτίων που δρουν αποτρεπτικά στη δημιουργία στρατιωτικής σκέψεως στο ελληνικό στράτευμα. Οι αιτίες αυτές είναι παραπλήσιες στην πλειονότητα των ενόπλων δυνάμεων σε όλο τον κόσμο.

Η θεραπεία αυτής της κατάστασης δεν είναι εύκολη και μπορεί να λάβει χώρα μόνο όταν μια σημαντική μάζα ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών αναγνωρίσει την ύπαρξη του προβλήματος και την αναγκαιότητα ουσιαστικής ενίσχυσης δομών και προσπαθειών  δημιουργίας στρατιωτικής σκέψεως. Για να υπάρξουν αποτελέσματα η αρχική πρωτοβουλία και ώθηση θα πρέπει να προέλθει κυρίως εκ των άνω. Άλλως οποιοσδήποτε προσπάθειες μάλλον θα περιοριστούν σε περισσότερο ή λιγότερο, αξιέπαινες ατομικές προσπάθειες άνευ δυνατότητας αξιοποίησης στην πράξη. Θα επαναλάβω ότι το στράτευμα δεν επιζητά την απλή παραγωγή κειμένων θεωρητικού στοχασμού αλλά τη βελτίωση ή υιοθέτηση νέων τακτικών και επιχειρησιακών σχεδίων με απτά αποτελέσματα επί των πεδίων των μαχών. Έχει όμως παγκοσμίως αποδεχθεί ότι η διαδικασία αυτή απαιτεί μια συνεχή συνέργεια δοκιμών πεδίου αλλά και θεωρητικής αναζήτησης και δημιουργίας. Όσο το επίπεδο διοίκησης είναι χαμηλότερο και εγγύτερο της τακτικής, η σημασία της πρακτικής εφαρμογής εμφανίζεται επικρατούσα. Καθώς το επίπεδο ενεργείας ανέρχεται, ο συνδυασμός των όπλων και τακτικών αυξάνεται, η διακλαδικότητα επεισέρχεται σε μεγαλύτερο βαθμό και η βάσανος της διανόησης -μέσω της θεωρητικής σκέψης και σχεδιασμού- αποκτάται μεγαλύτερη αξία.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε και την ουτοπία της επίλυσης όλων των προβλημάτων μέσω της τεχνολογίας. Η τεχνολογία μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να μεταβάλει τη χαοτική φύση του πολέμου ούτε και να επιλύσει το πρόβλημα της «αβεβαιότητας».[13] Ενδεχομένως μάλιστα να έχει αυξήσει το μέγεθος της «αβεβαιότητας». Η τεχνολογία δεν αποτελεί υποκατάστατο της στρατηγικής ούτε απλουστεύει τον πόλεμο, τουναντίον καθιστά τον πόλεμο εκθετικά πιο σύνθετο.[14] Ειδικά σε περιπτώσεις σχετικά ισοδύναμων αντιπάλων, δεν είναι αυτή που θα επιφέρει το αποφασιστικό αποτέλεσμα. Η νίκη ως επί το πλείστον, επιβραβεύει την πλευρά εκείνη που προστατεύοντας τις αδυναμίες της αποφεύγει τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου προσβάλλοντας καίρια τα τρωτά του σημεία.[15] Άρα η χρήση της τεχνολογίας θα πρέπει να εξυπηρετεί τον παραπάνω στόχο εντασσόμενη σε ένα μείγμα  τακτικών, οργανωτικών, δογματικών και τεχνολογικών καινοτομιών. Στην ανάπτυξη αυτού του μείγματος απαραίτητη είναι και η παρουσία της στρατιωτικής σκέψης που θα πρέπει να συμβαδίζει  με τις δοκιμές στα πεδία των ασκήσεων. Η διαδικασία αυτή δεν εμφανίζεται αίφνης ως παρθενογένεση αλλά προκύπτει μέσα από μια εξελικτική -θεωρητική και πρακτική- προσέγγιση και επίλυση πραγματικών προβλημάτων, σε συγκεκριμένα θέατρα επιχειρήσεων και έναντι μιας συγκεκριμένης και υπαρκτής απειλής.[16] Ο συνδυασμός αυτός καθιστά απαραίτητη την ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης μέσα από το φυσικό χώρο της, δηλαδή τις ένοπλες δυνάμεις χωρίς φυσικά να αποκλείεται με κανέναν τρόπο η έξωθεν υποστήριξη και χρήση βοηθητικών εργαλείων, μεθοδολογίας ή ακόμη και ανοικτής καινοτόμου σκέψης.

Εκτιμάται ότι το πρώτο βήμα, δηλαδή η κατανόηση του προβλήματος και της αναγκαιότητας αναβάθμισης της στρατιωτικής σκέψης έχει ήδη γίνει αντιληπτή από τις ένοπλες δυνάμεις. Ευελπιστούμε μάλιστα να βρισκόμαστε μπροστά από το κομβικό σημείο της λήψεως ολοκληρωμένων αποφάσεων του τρόπου υλοποίησης της. Φυσικά το δυσκολότερο σημείο κάθε δραστικής αλλαγής είναι να καταστεί αποδεκτή από την υπάρχουσα «στρατιωτική κουλτούρα»[17] καίτοι αποσκοπεί στην τροποποίηση ορισμένων σημείων της. Ως γνωστόν, οποιοσδήποτε ζων ή μη οργανισμός τείνει να αντιδρά στη μεταβολή της «κατάστασης» του προσκολλημένος σε δοκιμασμένους μεθόδους, σταθερές αξίες, θεμελιώδεις αρχές και δόγματα και επισείοντας την αβεβαιότητα και κινδύνους του αγνώστου.

Η αναγνώριση του προβλήματος θα πρέπει να συνοδευθεί από την εξεύρεση μιας ομάδος στελεχών ικανών και πρόθυμων να αναλάβουν τη θεσμική δόμηση των αλλαγών. Εξυπακούεται ότι αυτή η ομάδα θα τύχει της συνεχούς υποστήριξης της στρατιωτικής ιεραρχίας και η οποία καθορίζοντας τον τελικό στόχο θα είναι πρόθυμη να αποδεχθεί και εφαρμόσει τις αιτιολογημένες και εμπεριστατωμένες προτάσεις των ειδικών. Η επιλογή θα πρέπει να βασιστεί σε πρόσωπα αναγνωρισμένων ικανοτήτων, εμπειρίας και αποδοχής στο συγκεκριμένο τομέα.[18] Σημαντικό είναι να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών της ομάδος ανεξαρτήτως αλλαγής προσώπων στην πολιτική ή στρατιωτική ιεραρχία του Υπουργείου Αμύνης όπως και η εναλλαγή του προσωπικού.[19] Καθώς μιλάμε για αναγκαιότητα θέσπισης ορισμένων θεσμικών αλλαγών που αφορούν και τη λειτουργία στρατιωτικών σχολών θα πρέπει να υπάρξει και συνεργασία με φορείς αντίστοιχων μη στρατιωτικών οργανισμών ειδικά για τη θεσμοθέτηση συνεργασιών και υπέρβαση τυχόν νομικών κωλυμάτων. Με την ολοκλήρωση μιας συνεκτικής και ολιστικής πρότασης -με δυνατότητες συνεχούς επαναξιολόγησης και ανάληψης διορθωτικών κινήσεων- τα στελέχη της προαναφερθείσης ομάδος θα πρέπει να αναλάβουν τις βασικές θέσεις εφαρμογής στην πράξη των εγκεκριμένων και θεσμοθετημένων πλέον προτάσεων. Η αρχική περίοδος εφαρμογής είναι χρήσιμη καθώς θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα αναπόφευκτα «νηπιακά» προβλήματα αλλά και να καταστεί σε όλους ορατή η βούληση της ιεραρχίας για πραγματικές αλλαγές. Τυχόν καρατόμηση ή μαζική απομάκρυνση των στελεχών -για οποιανδήποτε λόγο- που επιλέγησαν για την προσπάθεια αυτή θα είναι τελείως αντιπαραγωγική.

Βασική στόχευση των αλλαγών θα είναι να καταστούν ικανά τα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σχολές, να αναθέτουν, επιβλέπουν, αξιολογούν και αξιοποιούν μελέτες και έρευνες επί θεμάτων στρατιωτικής στρατηγικής, επιχειρησιακής τέχνης, τακτικής και στρατιωτικής τεχνολογίας. Παράλληλα θα πρέπει να επανεξεταστεί η ανά σχολή επιζητούμενη απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων για τα φοιτούντα στελέχη με βάση τις νέες επιχειρησιακές απαιτήσεις. Εκτιμάται ότι σήμερα υπάρχουν αρκετές επικαλύψεις στα διάφορα σχολεία, ορισμένα δε αντικείμενα, ειδικά στις ανώτατες στρατιωτικές σχολές, κινούνται σε τομείς πέραν της στρατιωτικής στρατηγικής. Απαραίτητη η ενασχόληση με θέματα υψηλής στρατηγικής, καθόσον διευρύνει τους ορίζοντες σκέψεως των στελεχών, αλλά δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα σε βάρος των καθαρών στρατιωτικών ζητημάτων.

Η υφιστάμενη σήμερα κατάσταση ωθεί τα στελέχη σε υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακές σπουδές και ερευνητικές πρωτοβουλίες που συχνά δεν αποφέρουν άμεσα οφέλη στην στρατιωτική υπηρεσία. Παρατηρείται μάλιστα η οξύμωρη κατάσταση, μια μεταπτυχιακή ενασχόληση επί γνωστικού αντικειμένου ξένου προς τα στρατιωτικά προβλήματα,  να επιβραβεύεται πολύ περισσότερο από μια εστιασμένη στρατιωτική έρευνα. Η κατάσταση αυτή είναι αντιπαραγωγική για τις ένοπλες δυνάμεις καίτοι αναμφίβολα συντελεί στην αναβάθμιση γνώσεων και ευρύτητας σκέψεως των στελεχών. Οι στρατιωτικές σχολές πρέπει να μπορούν να προχωρούν σε αναθέσεις μελετών, ερευνών και λοιπών προγραμμάτων σε σπουδαστές εγνωσμένων ικανοτήτων, είτε ακόμη και πέραν αυτών, σε θέματα που άπτονται του αντίστοιχου επιπέδου σπουδών των σχολών.[20] Η επιτυχής παρουσίαση αυτών των εργασιών πρέπει να παρέχει αντίστοιχη των αποτελεσμάτων, αναγνώριση  του έργου των στελεχών με αντίκτυπο στη καριέρα τους. Οι ανατιθέμενες εργασίες θα πρέπει να κινούνται προς την αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων των ενόπλων δυνάμεων και να εξασφαλίζεται αλληλοϋποστήριξη διαφόρων θεματικών ή και περαιτέρω εξέταση-συμπλήρωση ορισμένων ελπιδοφόρων «υποθέσεων εργασίας».[21] Δηλαδή είναι απαραίτητος ένας κεντρικός έλεγχος και ορθή κατανομή του έργου και πεδίου ενδιαφερόντων των στρατιωτικών σχολών όπου μέσω αλληλοσυντονισμένων προγραμμάτων εκπαιδεύσεως, ερευνητικών προγραμμάτων και συνεργασιών θα εξασφαλίζεται η μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων. Παράλληλα τα Επιτελεία αλλά και Μονάδες θα πρέπει να μη διστάζουν -μέσω ενός κεντρικού οργάνου- να καταφεύγουν στις σχολές για προώθηση και περαιτέρω εξέταση ιδεών ή ακόμη και για υποβολή αιτήσεων υποστήριξης σε συγκεκριμένα προβλήματα.

Συχνότατο εμπόδιο στις μελέτες και ερευνητικές προσπάθειες σχολών είναι η αποδέσμευση διαβαθμισμένων στοιχείων τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απαραίτητα για την εκπόνηση μιας μελέτης. Αναγκαστικά θα πρέπει να δημιουργηθούν ελεγχόμενοι χώροι εργασίας στις σχολές με εξασφαλισμένη τη διακίνηση και επεξεργασία των διαβαθμισμένων στοιχείων. Αναλόγως δε της έρευνας, ενδεχομένως να απαιτηθεί και επιβεβαίωση των συμπερασμάτων μέσω πολεμικών παιγνίων και σε λιγότερες περιπτώσεις δοκιμές σε εξειδικευμένα πεδία ασκήσεων. Δεδομένου του περιορισμού των μέσων, ο όλος μηχανισμός πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογεί τις μελέτες-έρευνες και να προχωρεί στον περαιτέρω έλεγχο και αξιοποίηση των περισσοτέρων υποσχόμενων και παράλληλα να διαχέει κατάλληλα τα προκύπτοντα συμπεράσματα διευρύνοντας τις σκέψεις και δημιουργικούς προβληματισμούς των λοιπών στελεχών. Είναι αναμενόμενο αρχικά τουλάχιστον, να παρουσιαστεί ένας σημαντικός αριθμός εργασιών που αφενός θα αποτελούν, περισσότερο ή λιγότερο, τετριμμένη αντιγραφή υπαρχόντων ιδεών ή παράθεση σκέψεων πέραν οποιασδήποτε πρακτικής εφαρμογής. Η εξέλιξη αυτή δέον όπως θεωρηθεί ως απολύτως φυσιολογική και θα αποτελέσει και μια πρώτη αλλά σημαντικότατη αξιολόγηση του συστήματος ελέγχου και προώθησης του ερευνητικού έργου.

Ταυτόχρονα με την στήριξη της παραπάνω «task force» η στρατιωτική ιεραρχία θα πρέπει να προχωρήσει στην ενθάρρυνση όχι μόνο της καινοτόμου σκέψεως αλλά και των πρακτικών δοκιμών στα πεδία ασκήσεων-βολών. Οι ανοικτές συζητήσεις, η ελεύθερη έκφραση επιχειρημάτων, η δημιουργική αμφισβήτηση σχεδίων, τακτικών -ακόμη και δογμάτων- συνοδευόμενες από έμφυτη ειλικρίνεια πρέπει να ενθαρρύνονται και επιβραβεύονται. Οι ασκήσεις πρέπει να αποσκοπούν και στην πρακτική δοκιμασία νέων τρόπων ενεργείας και καινοτόμων ιδεών. Η στόχευση των ασκήσεων, ειδικά όταν τα διαθέσιμα μέσα είναι περιορισμένα, πρέπει να μην περιορίζεται μόνο στη διεξαγωγή τους αλλά θα πρέπει να βασίζεται σε προσεκτικό σχεδιασμό και εν συνεχεία ανάλυση και αξιολόγηση όλων των στοιχείων για υιοθέτηση νέων σχεδίων και καινοτόμων συνδυασμών χρήσεων των οπλικών συστημάτων. Η ηγεσία θα πρέπει να ενθαρρύνει αυτούς τους πειραματισμούς αναγνωρίζοντας την αναπόφευκτη παρουσία πλήθους αποτυχημένων πειραματισμών.

Για ενίσχυση των παραπάνω θέσεων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα:[22]

«Η καινοτομία, για να είναι επιτυχής, πρέπει να βασίζεται στη βαθιά κατανόηση της θεμελιακά χαοτικής φύσης του πολέμου. Και πρέπει να συνάγεται από την πείρα που αποκτάται από τις ασκήσεις και πειραματισμούς. Οι οργανισμοί που επιδιώκουν να καινοτομήσουν πρέπει να ανταμείβουν την έμφυτη ειλικρίνεια και να επιτρέπουν την ανοικτή συζήτηση για τα διδάγματα που συνάγονται από τα πεδία της μάχης, αλλά από τις ασκήσεις και τα πειράματα. Διότι η αξία των ασκήσεων, ιδίως όταν τα διαθέσιμα μέσα είναι περιορισμένα, έγκειται όχι μόνο στη διεξαγωγή τους, αλλά στο σχεδιασμό τους και στην μετά τη δράση ανάλυση, η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην κατανόηση και όχι στην ισχυροποίηση του δόγματος, των σχεδίων δράσεως ή των οπλικών συστημάτων. Οι δε ένοπλες δυνάμεις που εμπλέκονται σε τέτοιες επαναστάσεις πρέπει να προνοούν για μηχανισμούς που να διαδίδουν και να εφαρμόζουν ιδέες και διδάγματα.»

Η αναγνώριση της καινοτόμου σκέψεως και των προσπαθειών διαμόρφωσης νέων τακτικών μεθόδων θα πρέπει όχι μόνο να ενθαρρυνθεί αλλά να ενταχθεί στη διαδικασία αξιολόγησης των στελεχών με αυξημένο συντελεστή βαρύτητος. Αντίστοιχη αναγνώριση-αξιολόγηση θα πρέπει να υπάρχει για την προθυμία-δυνατότητα συμμετοχής σε ομαδικές προσπάθειες και ειδικά στην ικανότητα συντονισμού τέτοιων εργασιών. Το σύστημα αξιολογήσεως πρέπει από τη νεαρή ηλικία τους να εντοπίζει (αλλά και να ενθαρρύνει) τα πραγματικά χαρισματικά στελέχη που είναι ικανά να δημιουργήσουν καινοτόμες ιδέες και σκέψεις. Σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν, πρωτοποριακές σκέψεις έχουν καταπνιγεί σε μια ανίερη προσπάθεια διαφύλαξης της κακώς εννοούμενης ορθόδοξης στρατιωτικής σκέψης. Διεθνώς μάλιστα οι οραματιστές αξιωματικοί δεν συμβάδιζαν με την συχνά τυποποιημένη σκέψη της ευρείας μάζας των στελεχών.

Στην προσπάθεια ανάπτυξης της στρατιωτικής σκέψης, υπό τον ευρύ τίτλο των αμυντικών σπουδών, όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά και απαραίτητη είναι η παρουσία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας. Η προσέγγιση και κριτική των στρατιωτικών προβλημάτων και από την έξωθεν του στρατεύματος πλευρά κρίνεται αμοιβαία επωφελής. Οι ένοπλες δυνάμεις έχουν ανάγκη φρέσκων απόψεων που ξεφεύγουν από τις τετριμμένες ιδέες στις οποίες ασυναίσθητα η «στρατιωτική κουλτούρα» εμμένει. Οι στρατιωτικές σχολές, εντασσόμενες σε ένα ολοκληρωμένο διακλαδικό (επανα)σχεδιασμό της εκπαιδεύσεως, επιβάλλεται να προχωρήσουν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψεως σε συνεργασία, όπου αυτό απαιτείται και με άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, εσωτερικού και εξωτερικού, διαθέτοντας όμως πλήρη  ακαδημαϊκή αναγνώριση των τίτλων σπουδών και των προϊόντων των ερευνών. Βασικές προϋποθέσεις για τις στρατιωτικές σχολές είναι η διαμόρφωση καταλλήλου θεσμικού πλαισίου, η επιλογή του κατάλληλου εκπαιδευτικού προσωπικού και οι δυνατότητες συνεργασιών με στρατιωτικά και μη ιδρύματα εσωτερικού και εξωτερικού.

Ολοκληρώνοντας, τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως, υπάρχει μια τάση, δημιουργίας ενός σώματος αξιωματικών ευρείας μόρφωσης. Ο «κλασσικός μαχητής» τείνει να παραμεριστεί έναντι ενός ακαδημαϊκά μορφωμένου στελέχους με ευρεία κατανόηση της κυβερνητικής λειτουργίας και των διεθνών σχέσεων (θέματα υψηλής στρατηγικής).[23] Προσόντα απαραίτητα για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας και ηγετικών και διοικητικών προσόντων των στελεχών που προορίζονται για τις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας. Αναμφισβήτητα, η γενικότερη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου επιφέρει σωρεία θετικών αποτελεσμάτων σε όλους τους τομείς της λειτουργίας του στρατεύματος. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή για να διατηρηθεί η δεσπόζουσα θέση της στρατιωτικής φυσιογνωμίας και ικανοτήτων του στελέχους άρα και της αντίστοιχης εκπαιδεύσεως, θεωρητικής αλλά κυρίως πρακτικής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι προέχει η επίλυση τακτικών και επιχειρησιακών προβλημάτων με χρήση καινοτόμων σκέψεων και ιδεών έναντι μιας ευρείας αλλά μη εστιασμένης θεωρητικής εκπαίδευσης. Ούτε πρέπει να λησμονούμε την χαοτική φύση του πολέμου που αρνείται πεισματικά να υποταχθεί σε θεωρητικούς κανόνες και υποδείγματα.

Ο γνωστός στρατηγιστής Luttwak εύστοχα παρατηρεί ότι η διεξαγωγή του κάθε πολέμου είναι μοναδική ως προς το αποτέλεσμα μη επαναλαμβανόμενων συγκλίσεων πολιτικών σκοπών, παροδικών συναισθημάτων, τεχνολογικών περιορισμών, τακτικών κινήσεων, επιχειρησιακών σχεδίων και γεωγραφικών παραγόντων. Πλήθος αναλυτών, θεωρητικών και πρακτικών έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν δελεαστικά υποδείγματα διεξαγωγής του πολέμου. Αυτό που κάνει την αναζήτηση συναρπαστική είναι ότι τα υποδείγματα δεν ακολουθούν την αναμενόμενη οικεία κοινή λογική αλλά μια άλλη παράδοξη λογική (την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας επονομάζει «the Logic of Strategy»).[24]

Προσωπική μου άποψη είναι ότι το αυριανό πολυχωρικό περιβάλλον της μάχης θα αποτελέσει ένα σύγχρονο «σφαγείο» τρομερής έντασης και σφοδρότητας και μόνο καλά προετοιμασμένα-εκπαιδευμένα στρατεύματα με επαρκή ηγεσία και ικανότητες καινοτόμου χρήσης των οπλικών συστημάτων και συγχρόνων τακτικών και δογμάτων θα επιβιώσουν και θα διεκδικήσουν με αξιώσεις την νίκη. Ως εκ τούτου η εκπαίδευση και γενικότερη προετοιμασία μας πρέπει να εστιάζεται σε αυτές τις κατευθύνσεις χωρίς να σαγηνεύεται από απατηλές αναζητήσεις ενός περισσότερο «ανθρωπιστικού πολέμου» και αναμένοντας από την συνήθως «ουδέτερη» τεχνολογία να επιφέρει από μόνη της τις επιζητούμενες νικηφόρες λύσεις. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να διαμορφώνουμε συνθήκες ανάπτυξης της στρατιωτικής σκέψης, όχι απλά για να επιτύχουμε τις περιζήτητες στρατιωτικές καινοτομίες (που σύντομα θα ξεπεραστούν ή θα βρουν ισάξιους μιμητές) αλλά για να ανατροφοδοτούμε μια συνεχή, ακατάπαυστη διαδικασία αλλαγής και προσαρμογής που επιβάλλεται όχι μόνο από την τεχνολογία, αλλά και από την χαοτική φύση του πεδίου της μάχης και τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του εχθρού. [25]

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Αντιστράτηγος (εα)

  • Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)
  • Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)  και του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (fainst.eu)
  • Τηλ: 0030-210-6543131, 0030-6983457318
  • E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 



[2]  Σαν στρατιωτική σκέψη εννοούμε τις αντιλήψεις περί της προετοιμασίας και διεξαγωγής του πολέμου. Αναφέρεται σε κάθε λαό ξεχωριστά εμπεριέχοντας όλες τις διαχρονικές αξίες  που αντικατοπτρίζουν την ιδιοσυγκρασία του, τις εμπειρίες του αλλά και τις προτεραιότητες που θέτει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

[3]  Ο όρος «αμυντικές σπουδές» προφανώς και δεν περιορίζεται στην ενασχόληση με την εκτέλεση αμυντικών επιχειρήσεων, απλά εδώ και δεκαετίες, χρησιμοποιείται ο προσδιορισμός «αμυντικός» ως ένας περισσότερο «political correct» όρος έναντι του ορθότερου «πολεμικών σπουδών». Στην κατεύθυνση αυτή, παγκοσμίως, τα υπουργεία πολέμου ή στρατιωτικών έχουν αντικατασταθεί από τα υπουργεία αμύνης!

[4]  Ενδεχομένως κάποιος να μπορούσε να ισχυριστεί -και δικαίως- ότι ο φυσικός χώρος ανάπτυξης της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης είναι τα στρατιωτικά και μόνο ιδρύματα. Επιπρόσθετα πολλά εκ των παραπάνω στοιχείων δεν μπορούν να γίνουν ευρέως γνωστά καθώς ενδεχομένως να αποκαλύψουν στους αντιπάλους βασικές στοχεύσεις και πειραματισμούς των ημέτερων ενόπλων δυνάμεων.

[5] Βλέπε λήμμα Δόγμα (Doctrine), Στρατιωτικός Κανονισμός ΣΚ 42-1, ΤΥΕΣ, Αθήνα, 2001

[6]  Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο κείμενο του Αντώνη Καμάρα με τίτλο «Θεσμοθετώντας Αμυντικές Σπουδές στην Ελλάδα: Είναι Καιρός!» Στο policy paper 41/2020 του ΕΛΙΑΜΕΠ.

[7] Από τις αρχές του Δεκεμβρίου του 1946, ο Field Marshal Montgomery επισκεπτόμενος την Ελλάδα είχε προτείνει τη συγκρότηση ελαφρών κατάλληλα εκπαιδευμένων καταδρομικών μονάδων (οι μετέπειτα Λόχοι Ορεινών Καταδρομών-ΛΟΚ) που θα αντιμετώπιζαν τους αντάρτες με καλά συντονισμένες  επιθετικές ενέργειες, ημέρα και νύκτα και διατηρώντας την πρωτοβουλία. Η μέχρι τότε ακολουθουμένη τακτική με κατακερματισμό πλήθους, χαμηλής εκπαίδευσης Μονάδων, προσκολλημένων σε στατική άμυνα και σε προσπάθεια φύλαξης του συνόλου της επικράτειας ήταν αποτυχημένη. Ένα ορθό πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αυτή ήταν και η συγκρότηση 40 Λόχων Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ) στις αρχές του 1947 και η εν συνεχεία σταδιακή υιοθέτηση επιθετικών τακτικών.

[8] Η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση των δύο αυτών δεκαετιών περιγράφεται στο βιβλίο του Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στα Σύνορα των Κόσμων, Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967, (Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2009).

 

[9]  Η χρήση του όρου, αρχικά ως «Στρατιωτική Επανάσταση» (Military Revolution) αποδίδεται στον Michael Roberts που παρουσιάστηκε στη διάλεξη «Military-revolution, 1560-1660» στο Queen’s University of Belfast, το 1955. Οι Σοβιετικοί, στις δεκαετίας 1960 και 1970, χρησιμοποίησαν τον όρο «Military Technical Revolution». Με την ίδια έννοια και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990,στη δυτική βιβλιογραφία επεκράτησε ο όρος «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις»  (Revolution in the Military Affairs).

[10]  Θα μπορούσαμε άνετα να επεκτείνουμε την αναφορά σε προβλήματα άμυνας και ασφάλειας καθόσον οι δύο αυτές έννοιες-χώροι καθίστανται ολοένα και περισσότερο αλληλένδετοι και αδιαχώριστοι.

[11]  Εννοούμε κυρίως τις προμήθειες εκείνες που δεν συνοδεύθηκαν με τα κατάλληλα πυρομαχικά ή την «εν συνεχεία υποστήριξη» (Follow on Support) των πραγματικά αξιόλογων αγορασθέντων οπλικών συστημάτων.

[12] Για παράδειγμα το Ισραήλ συγκρότησε δύο ανεξάρτητες επιτροπές, Agranat και Winograd για να εξετάσουν αντίστοιχα την ισραηλινή αντίδραση κατά τη διάρκεια του πολέμου του Yom Kippur (1973) και του αποκαλούμενου 2ου πολέμου του Λιβάνου (2006). Μεγάλο μέρος των πορισμάτων δόθηκε στη δημοσιότητα και αποτέλεσαν βάσεις συζητήσεων, γόνιμου διαλόγου, εξέτασης από στρατιωτικούς και μη ειδικούς, διορθωτικών κινήσεων αλλά και πολιτικών αντιπαραθέσεων.

[13]  Για τον δεσπόζοντα ρόλο της «αβεβαιότητας» στον πόλεμο βλέπε στο Creveld Martin Van, «Η Διοίκηση στον Πόλεμο», Αθήνα, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001.

[14] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 253.

[15] Martin Van Creveld, Technology and War: From 2000 B.C. to the Present, Brassey’s (UK), 1991, p 320.

[16] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 274.

[17] Ως «στρατιωτική κουλτούρα» εννοώ το σύνολο εκείνο των πεποιθήσεων, εμπειριών, δοξασιών, αντιλήψεων, ενός λαού  (ή ακόμη και μιας «κάστας») που επηρεάζουν και καθορίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων που συσχετίζονται με τα του «πόλεμου» (υπό την γενικότερη έννοια του).

 

[18]  Μπορεί να συμμετάσχουν και άτομα εκτός του ενεργού στρατεύματος φυσικά υπό την προϋπόθεση των καταλλήλων ικανοτήτων και εμπειριών.

[19]  Στο παρελθόν αξιόλογες πρωτοβουλίες δεν ολοκληρώθηκαν λόγω αλλαγών στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και των νέων προτεραιοτήτων που έθεταν και διαφορετικών αντιλήψεων που πρέσβευαν. Ως εκ τούτου ορθά κάποιος θα προβάλει αμφιβολίες για την συγκρότηση ειδικής ομάδος, υποκείμενης στις διαθέσεις της οποιασδήποτε ιεραρχίας και πιθανώς εξαρτώμενης από την «μακροημέρευση» της. Αντ’ αυτού πιθανόν να προτείνει οι αναγκαίες αλλαγές να προέλθουν μέσα από την υπάρχουσα σήμερα ιεραρχική δομή των ενόπλων δυνάμεων. Καίτοι αναγνωρίζω απόλυτα τους παραπάνω ενδοιασμούς, προσωπική μου άποψη είναι ότι παραπλήσιες αλλαγές, δύσκολα μπορούν να προέλθουν μέσα από τους υφιστάμενους «γραφειοκρατικούς» μηχανισμούς και τους περιορισμούς που θέτει η αδυσώπητη «επιτελική» καθημερινότητα.

[20]  Για παράδειγμα η Σχολή Πυροβολικού και στα αντίστοιχα τμήματα χαμηλόβαθμων αξιωματικών μπορεί να αναθέτει συγκεκριμένες μελέτες σε θέματα πρακτικού ενδιαφέροντος για βελτίωση των διαδικασιών βολής του πυροβολικού μάχης. Αποδεκτές -υπό τις προϋποθέσεις κυρίως της σκοπιμότητας και εφικτότητας -θα είναι και αντίστοιχες προτάσεις εκ μέρους των σπουδαστών. Εξυπακούεται ότι ο αριθμός των ανατιθέμενων μελετών θα είναι αρκετά μικρότερος των σπουδαστών και θα βασίζεται στις ικανότητες τους και ενδιαφέρον ανάληψης του έργου.

[21]  Επί του πρακτέου επιζητείται η σύμπραξη της στρατιωτικής θεωρίας με την στρατιωτική εφαρμογή (και εν συνεχεία ακόμη και με την αμυντική βιομηχανία) όπως ακριβώς επιζητείται και η διασύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με την παραγωγική διαδικασία.

[22] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 274.

[23] Φυσικά και δεν λησμονούμε ότι λαμπρές επιτυχίες στο επίπεδο της τακτικής και επιχειρησιακής τέχνης -ακόμη και στρατιωτικής στρατηγικής- έχουν πολλάκις δραματικά ανατραπεί από λανθασμένες επιλογές στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής.

[24]  Edward N. Luttwak, Strategy: The Logic of War and Peace, The Belknap Press of Harvard University Press, 2003, preface and pages 1-2.

[25]  Η τελευταία πρόταση έχει βασιστεί σε μεγάλο μέρος στις παρατηρήσεις από το έργο των MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001 και ειδικά των σελίδων 229 -230..

 

[12 3 4 5  >>